Ελεγεία

Φρεσκοπλένει
η βροχή τις προθέσεις
των άστρων,
μα γω εξωφρενικές θαρρώ
τις αναγνώσεις απ’ τα πατήματά μου,
όταν, κατάψυχρα,
σηκώνουν τα μάτια σε τοπίο άγριο,
χωρίς να μπαίνουν με μεγάλες δρασκελιές
στα λέπια της σάρκας
κάθε ξημέρωμα.
Στ’ ακροθαλάσσι, μου λες γελώντας,
στις κρύπτες μου σε υμνώ,
απρόσεκτη, αθώα,
νιώθω με το βλέμμα την εξουσία της άρπας
κι η καρδιά του δάσους
μαδώντας πούπουλα μενεξεδένια
αποσαφηνίζει το λίκνισμά μου,
μισοκοιμισμένη
βυθίζω το χέρι σ’ εναρμονισμένη
παρείσδυση
και τρέχει απ’ τα δάχτυλά μου
ο πίδακας που ξεβιδώνει
τη θέση της ύλης,
η θάλασσα κυκλώνει
κι αξιαγάπητος κουβαλάς
σα γλάρος στο στόμα
τα πανιά απ΄τα παραθύρια,
γκριζοπράσινος άνεμος
ξεφυσά στα μαλλιά μου
κι εκείνο το κίτρινο
ακόμα σφύζει.
Μια ελεγεία ανακινεί
την πληρότητα.

Leave a comment