Απόκρυφη αιωνιότητα

Δε βρίσκω αναπαμό σε θύμησες,
τα κλωναράκια δυόσμου
περνούν από μέσα μου
σαν πράσινο μολύβι,
ξεκίνησα και λαξεύω
και στην ανατολή του φεγγαριού,
τα φυτεμένα όλα θα τυλίξουν
τις γρανιτένιες ρίζες τους
σε γάγγλιο με σχήματα μπλαβένια,
μοσχοκάρφια μπήγονται στις φλέβες
κι αυτές αλλάζουν χρώμα,
ο ήχος τους παντελονάκι κόκκινο
που κουδουνάνε μες στις τσέπες τους
μικρά τα άγρια άστρα.
Σφυρίζει ο αέρας πυρωμένες μπουκιές
και νεφελώματα διογκώνονται,
λασκάρουν αμφιπέλαγα οι ανάσες,
αντιλάμπουν δέος,
σα λευκό απάτητο χιόνι,
σαν ασημοστόλιστη του φεγγαριού γυαλάδα,
σε τούτα τα φτερά
υποκλίνομαι.

Leave a comment