Κάθαρση

Απόψε,
γέννησα τον πόνο απ’ τα μάτια.
Μου βάσταγες το μέτωπο
και γω ξερνούσα του Άδη τις φωτιές
με αλμύρα.
Κάθε θολή ανάμνηση,
μη ξομολογημένος θρήνος,
ράγιζε μες σ’ αλλόκοτα
μη ανθρώπινα κουφάρια.
Φίδι γκριζόμαυρο, τρεις φορές
ωσάν τον κύκλο απ’ τις παλάμες,
το χάιδεψα, το φίλημα στο στόμα.
Το σούρσιμο συντρίφτηκε,
κρύσταλλο στις λαγόνες.
Εξαντλημένος ωκεανός
κείτεται στα πόδια μου,
χλωρά ανθάκια πάνω.
Κόσμοι αντίθετοι, ουρανένια αρμονία.
Ανασαίνουν οι σιωπές.
Ταλαντώνω τις χορδές του σύμπαντος,
τα κοχύλια μυρίζουν άνεμο,
στρογγύλεμα, πνοή.
Στα μάτια ανταύγειες χαραυγής
υμνούν μαζί
όλα (σ)τα δάση.

Καμβάς

Συ ‘πιδέξια
με βάφεις λεύκα,
στην κάμαρά μου στήνουνε
χορούς τ΄ αγριμολύκια
μ’ αποψινή νυχτιά σεμνότητα
γυρεύει,
ανέγνωρα είναι τα μάτια σου
καταφρονιά μυρίζουν,
την πεθυμιά της θηλυκιάς
πώς τηνε ξεψυχούνε,
μα ξεκοίμητη κείνη η ματιά,
να με σιμιώσει θέλει,
ψηλαφίζει τον παλμό τσι γης
τα λυσσακά της γλύφει,
τη ρήση κάμει ύφασμα,
τη φτέρνα όλο αιθέρα,
να καλοράψει τη συνεφεριά
να στρώσει προσκυνάρι,
μ’ απ’ του στόμα σου
τη ζωγραφιά
δε λογαριάζεις χνάρι.