
Στριφογυρνώ
σα λιτανεία,
κάθε φορά η νόηση
ανακατεύεται με μαυρόχιονο
και χαλαρώνω
χωρίς παρονομαστή.
Όλα τα παλαβά
μουσκεύουν
βότανα στις πληγές
και το νερό
αγκαλιάζει
τον ίσκιο του.

Στριφογυρνώ
σα λιτανεία,
κάθε φορά η νόηση
ανακατεύεται με μαυρόχιονο
και χαλαρώνω
χωρίς παρονομαστή.
Όλα τα παλαβά
μουσκεύουν
βότανα στις πληγές
και το νερό
αγκαλιάζει
τον ίσκιο του.

Είναι κάτι νυχτιές πλίθινες
που σκέφτεσαι
την απόσβεση,
μα υπερισχύει
η απλότητα.
Τραγουδάς τους κοπετούς,
χαλαρώνεις,
μυρίζεις
χαμογελαστά το γιασεμί.

Ευαίσθητο σημείο
πραγματώνει
αντοχές,
χωμάτινη ηχώ η σκέψη,
εναποθέτει
αδέξια ανηφοριές
αυτό το σπαθί
μεσούρανα.
Μελωδία
κινεί χρώματα
αυτοσχεδιάζοντας.
Απόψε,
γέννησα τον πόνο απ’ τα μάτια.
Μου βάσταγες το μέτωπο
και γω ξερνούσα του Άδη τις φωτιές
με αλμύρα.
Κάθε θολή ανάμνηση,
μη ξομολογημένος θρήνος,
ράγιζε μες σ’ αλλόκοτα
μη ανθρώπινα κουφάρια.
Φίδι γκριζόμαυρο, τρεις φορές
ωσάν τον κύκλο απ’ τις παλάμες,
το χάιδεψα, το φίλημα στο στόμα.
Το σούρσιμο συντρίφτηκε,
κρύσταλλο στις λαγόνες.
Εξαντλημένος ωκεανός
κείτεται στα πόδια μου,
χλωρά ανθάκια πάνω.
Κόσμοι αντίθετοι, ουρανένια αρμονία.
Ανασαίνουν οι σιωπές.
Ταλαντώνω τις χορδές του σύμπαντος,
τα κοχύλια μυρίζουν άνεμο,
στρογγύλεμα, πνοή.
Στα μάτια ανταύγειες χαραυγής
υμνούν μαζί
όλα (σ)τα δάση.


Συ ‘πιδέξια
με βάφεις λεύκα,
στην κάμαρά μου στήνουνε
χορούς τ΄ αγριμολύκια
μ’ αποψινή νυχτιά σεμνότητα
γυρεύει,
ανέγνωρα είναι τα μάτια σου
καταφρονιά μυρίζουν,
την πεθυμιά της θηλυκιάς
πώς τηνε ξεψυχούνε,
μα ξεκοίμητη κείνη η ματιά,
να με σιμιώσει θέλει,
ψηλαφίζει τον παλμό τσι γης
τα λυσσακά της γλύφει,
τη ρήση κάμει ύφασμα,
τη φτέρνα όλο αιθέρα,
να καλοράψει τη συνεφεριά
να στρώσει προσκυνάρι,
μ’ απ’ του στόμα σου
τη ζωγραφιά
δε λογαριάζεις χνάρι.