Σήκωμα

Σα ζώο
που οσμίζεται ενέδρα,
κόβεται μαχαίρι
η αναπνοή, στην αρχή
αθόρυβα,
μετά ροκανιστά,
τρωκτικών δόντια
κατακρεουργούν τις φλέβες,
για λίγο δεν μπορείς να κινηθείς,
ανταμώνει η σκέψη με τσεκούρια.
Κι εκεί που ανατριχιάζεις
χωρίς ισορροπία,
ανεβοκατεβαίνει μέσα σου
γρανιτένιος στίχος,
στα τυφλά θυμάσαι
τους υπέροχους ήχους
που κάνει το τρίξιμο της ζάχαρης
και τ’ αλατιού στη λυσσώδη ανάσα, δεν παραδίδεις τη γη και το νερό σου,
η μνήμη λυρικά μυρίζει μανταρίνι
και γέλια παιδικά γεύονται
πατατοσαλάτα και τσιχλόφουσκες,
καρφώνεις αντρικά στιλέτα
και γλυκοφιλάς το χώμα
του σκοταδιού,
νανουρίζοντάς το τρυφερά.
Το φως ανακατεύει
τα γλυκάδια της θάλασσας,
στο επόμενο κύμα
ξανακαβαλάς δαγκώνοντας
το αδιάλειπτο.
Μανιτάρια γελούν τρελά
στον ήλιο.

Leave a comment