Καμβάς

Συ ‘πιδέξια
με βάφεις λεύκα,
στην κάμαρά μου στήνουνε
χορούς τ΄ αγριμολύκια
μ’ αποψινή νυχτιά σεμνότητα
γυρεύει,
ανέγνωρα είναι τα μάτια σου
καταφρονιά μυρίζουν,
την πεθυμιά της θηλυκιάς
πώς τηνε ξεψυχούνε,
μα ξεκοίμητη κείνη η ματιά,
να με σιμιώσει θέλει,
ψηλαφίζει τον παλμό τσι γης
τα λυσσακά της γλύφει,
τη ρήση κάμει ύφασμα,
τη φτέρνα όλο αιθέρα,
να καλοράψει τη συνεφεριά
να στρώσει προσκυνάρι,
μ’ απ’ του στόμα σου
τη ζωγραφιά
δε λογαριάζεις χνάρι.

Leave a comment