
Κυριακή.
Συννεφιά.
Πιο μετά με φοβάμαι.
Τώρα θα πλάσω κουλουράκια,
να μυρίσει γύρω μου
ξύσμα πορτοκαλιού και σύννεφου.
Και γέλιο παιδικό.
Μη σκιάζεσαι.
Τρώγε!


Κυριακή.
Συννεφιά.
Πιο μετά με φοβάμαι.
Τώρα θα πλάσω κουλουράκια,
να μυρίσει γύρω μου
ξύσμα πορτοκαλιού και σύννεφου.
Και γέλιο παιδικό.
Μη σκιάζεσαι.
Τρώγε!

Αλλόκοτα
σχήματα,
η συμμετρία ποτέ
δε μου άρεσε ιδιαίτερα,
μοιράζονται χιλιόχρωμες
οι απηχήσεις,
σφίγγω τους καβγάδες
σαν ρώγες ασημένιου σταφυλιού,
να ρουφούν
οι κρατήρες μου
του φεγγαριού τη χλωροφύλλη.
Διατρέχει,
ένδυμα διαυγές
ό,τι μ’ αγγίζει.


Ξύπνησα
και κρύωνα.
Χόρευε μαζί μου,
σιγοψιθύρισαν
ικετεύοντας
τα δάχτυλα μου,
στου κενού
τα ανθισμένα βήματα.
Μύριζε
ζεστή σοκολάτα.