
Αγαπώ τις πρώτες
καυτές γουλιές καφέ,
για τη δύναμή τους να
μην έχει σημασία ο χωροχρόνος.
Μ’ αρέσει να διαβάζω ξαπλωμένη στο πλάι
όταν ακούω έξω
τον ήχο της δυνατής βροχής,
γεμίζει τα μέσα μου ο συνδυασμός.
Τρελαίνομαι για αυτά
τα πρώτα βήματα μόλις σηκωθώ
ξυπόλητη ν’ ανοίξω το παράθυρο,
λες και βαδίζω σε μονοπάτι
που μόνο εγώ βλέπω
και σε λίγο τα πόδια μου θ’ αγγίξουν θάλασσα.
Λεπτομέρειες που μπορεί ποτέ να μη μαθαίνουμε
για όσους αγαπάμε,
που εμείς θεωρούμε αυτονόητα οικείες
για να πούμε ή γράψουμε,
ανάμεσα σε αφηρημάδες και σπέρματα,
μια μεθυσμένη βραδιά,
διορθώνοντας κάτι χρυσάνθεμα στο βάζο,
ή με τη συνοδεία τζιτζικιών
και πικάντικων άστρων.
Πόση σπατάλη άγνωστων συνηθειών,
εντοσθιών και ανατριχίλας,
πόσες παλίρροιες άπιωτες.
Τα ταξίδια μας στο κατάστρωμα
μυρίζουν ωδίνες και χελιδόνια,
συντονίζομαι με τον ήχο που κάνουν
θραύσματα των αστεριών
κρεμασμένα στο λαιμό μου,
μαγεύομαι απ’ τις λεπτές μυρωδιές
που στριφογυρίζουν ανάμεσα
σε μπλεγμένες ρίζες
και διάφανες αποχρώσεις,
κάτω απ’ το φως ενός ήλιου με μακριά δύση,
καθόλου αμέτοχη.