Ελπίδα

Σήμερα γεννήθηκαν τρία μωρά.
Οικεία.
Πόσο φοβερή σύμπτωση
την ίδια μέρα, πόσο ανείπωτο θάμα η έλευσή τους.
Για λίγο ζωγράφισα
μονοκοντυλιά τη χαρά στο πρόσωπό μου.
Ξέχασα κάθε τι άλλο και, ξέρεις κάτι,
ήταν ελεύθερα να αντικρίζεις
έτσι, χωρίς δρεπάνια τη ζωή.
Ελλοχεύουν όλες οι σκέψεις μου,
κι, ίσως, όσων εδώ μέσα με διαβάσουν,
πιθανότατα να μου χιμήξουν πιο μετά
και μάλλον ο λογισμός μας δυσκολεύεται
ν’ αναγνωρίσει, όσο πάει,
πότε είναι μέρα και πότε νυχτώνει,
τι προκοπή να κάμουμε με τόσο ηλιοστάσιο,
με τόσο φέγγος και τόσους λυγμούς,
τόσο αρχιπέλαγος και περπατάμε
με περίστροφα γεμάτα
μη τυχόν και μας σημαδεύουν,
ενώ το μόνο μολύβι που θα ‘πρεπε να κοιτάμε
είναι αυτό στο χαρτί και στη θάλασσα, βρέχει,
να γράψουμε στάλες,
να πατήσουμε πάνω τους
να γίνουν γουρνίτσες θεότρελες κατάχαμα.
Ξεπατώνω τσεκούρια,
μυρίζω βιολέτες,
λίγο κρασί με σταφύλι να μεθά το μακελειό,
η όψη αλάτι
και από πάνω ως κάτω υπάρχω,
ονοματίζομαι φυσητή,
σήμερα, τι μαγεία,
τρία πλάσματα έφτασαν στη γη.
Και όλα τα αινίγματα γελούν τρυφερά
στην ελπίδα.

Σελήνη πορσελάνινη

Να πεις στα φύλλα
που χορεύουν κόκκινα
πως ήρθε η ώρα τους
να γίνουν μαραμένα,
στο βασίλειο που περνά η θάλασσα
τα σύγνεφα πάνε ανάποδα
κι ουρανοί αστράφτουν κύματα.
Ένας πυρσός μαγικός
σκορπά τη δύναμή του
στον κόρφο μου,
ό,τι ο χρόνος κυλά
θ’ ανεμοκαβαλήσει με μάτια ολάνοιχτα,
σελήνη πορσελάνινη
παιχνιδίζει αιμόφερτη με την αχλύ,
τρέχει κασσίτερος από τα στήθη της,
στάζει κρεμασμένη στο άπειρο,
κατάδηλα ζεστή ακόμα.


Λεπτομέρειες

Αγαπώ τις πρώτες
καυτές γουλιές καφέ,
για τη δύναμή τους να
μην έχει σημασία ο χωροχρόνος.
Μ’ αρέσει να διαβάζω ξαπλωμένη στο πλάι
όταν ακούω έξω
τον ήχο της δυνατής βροχής,
γεμίζει τα μέσα μου ο συνδυασμός.
Τρελαίνομαι για αυτά
τα πρώτα βήματα μόλις σηκωθώ
ξυπόλητη ν’ ανοίξω το παράθυρο,
λες και βαδίζω σε μονοπάτι
που μόνο εγώ βλέπω
και σε λίγο τα πόδια μου θ’ αγγίξουν θάλασσα.
Λεπτομέρειες που μπορεί ποτέ να μη μαθαίνουμε
για όσους αγαπάμε,
που εμείς θεωρούμε αυτονόητα οικείες
για να πούμε ή γράψουμε,
ανάμεσα σε αφηρημάδες και σπέρματα,
μια μεθυσμένη βραδιά,
διορθώνοντας κάτι χρυσάνθεμα στο βάζο,
ή με τη συνοδεία τζιτζικιών
και πικάντικων άστρων.
Πόση σπατάλη άγνωστων συνηθειών,
εντοσθιών και ανατριχίλας,
πόσες παλίρροιες άπιωτες.
Τα ταξίδια μας στο κατάστρωμα
μυρίζουν ωδίνες και χελιδόνια,
συντονίζομαι με τον ήχο που κάνουν
θραύσματα των αστεριών
κρεμασμένα στο λαιμό μου,
μαγεύομαι απ’ τις λεπτές μυρωδιές
που στριφογυρίζουν ανάμεσα
σε μπλεγμένες ρίζες
και διάφανες αποχρώσεις,
κάτω απ’ το φως ενός ήλιου με μακριά δύση,
καθόλου αμέτοχη.