
«Θέλω να με πας στην πιο γλυκιά ανάμνηση της παιδικής σου ηλικίας.»
Μεταφέρθηκε μεμιάς σ’ ένα χωριό, ζεστό απομεσήμερο καλοκαιριού, τα τζιτζίκια το επιβεβαίωναν.
Δυο αγόρια έτρεχαν γελώντας, ακούγονταν στο βάθος έξαλλες γυναικείες φωνές. Την πλησίασαν σε απόσταση αναπνοής. Δε χρειάστηκε να ρωτήσει. Ήταν οικείο το μελαγχολικό βλέμμα του. Κάθισε κι εκείνη μαζί τους κάτω απ’ το δέντρο, γέλασε, τους άκουσε. Σχεδόν γεύτηκε μαζί τους τα αχλάδια που έκοβαν με το μικρό σουγιαδάκι. Σχεδόν γεύτηκε την έκσταση και ντροπαλοσύνη του για εκείνο το φιλί στο μάγουλο που του έδωσε, λίγο αργότερα, ένα κορίτσι με κίτρινη κορδέλα στα μαλλιά που τον περίμενε λίγο πριν το σπίτι του.
«Σε μια σκληρή στιγμή;»
Το σκηνικό άλλαξε, ήταν βράδυ. Τον είδε έφηβο, να σφίγγει τις γροθιές. Ο παππούς του. Έβρισε κάτι μέσα απ’ τα δόντια, πήρε το δερμάτινό του και έφυγε τρέχοντας μέσα στη νύχτα στάχτη. Σφίχτηκε η καρδιά της με τον πόνο του.
«Στην πιο φοβισμένη;»
Βρέθηκε να τρέχουν σ’ ένα διάδρομο, τον άκουγε λαχανιασμένο. Έφτασε ξέπνοος έξω από μια αίθουσα αναμονής. Κάποιοι τον πήραν αγκαλιά, μαλακός σαν πλαστελίνη στα χέρια τους. Κάθισε κάτω στο πάτωμα δίπλα του, ο τοίχος τον στήριζε απ’ το να αρχίσει να κυλάει ρευστός. Δε ξέρει πόση ώρα πέρασε. Ένας γιατρός βγήκε και τους ενημέρωσε. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τα μάτια του που έτρεχαν ποτάμι, καμία άλλη κίνηση δε συνέβαινε στο πρόσωπό του. Άστραφτε μέσα του η ανακούφιση.
«Στην πιο τρελή;»
Ο αέρας της έκοψε την ανάσα. Άρχισε να ουρλιάζει την ίδια στιγμή με εκείνον, έπεφταν στο κενό, η γη από κάτω τους κομματιασμένα χρώματα. Δεν κατάλαβε για πότε άνοιξε το αλεξίπτωτο, είχε κλείσει τα μάτια σφιχτά, η αδρεναλίνη της είχε χτυπήσει κόκκινο. Όταν τα ξανάνοιξε ήταν γαντζωμένη πάνω στο γιλέκο του, στο βάθος τα πέρατα και κείνη ζωντανή. Ένιωσε την κραυγή και το γέλιο να αναβλύζει απ’ τα σωθικά του.
«Στο ταξίδι που δε θα ξεχάσεις ποτέ;»
Τον είδε με τον εαυτό της, από την πρώτη ως την τελευταία μέρα τους. Σαν ταινία. Χαμογέλασε, θυμήθηκε, έκλαψε, γέλασε, τον ένιωσε με όλη της την ύπαρξη, οι χτύποι της καρδιάς του διαχέονταν μέσα της. Πώς να ταξιδέψει σε τόσα τοπία χωρίς ανάσα;
Τα μάτια της ήταν ακόμη υγρά, όταν μπήκε μέσα η υπεύθυνη.
«Δυσκολευτήκαμε λίγο να σας βρούμε, αλλά πιστεύω να άξιζε τον κόπο. Είχε ορίσει εσάς ως κληρονόμο της μνήμης του. Θέλετε να βιώσετε κι άλλες εδώ ή θα τις πάρετε μαζί;»