‘’ Άσε πίσω κάθε κουφάρι φόβου και ανασφάλειας. Ταξίδεψε ξανά στα καλύτερά σου με μια μόνο καραμέλα. ’’
Καραμέλες με γεύση γλυκόριζας. Ακόμα και σ’ αυτό απάτη, πιο παιδί θα διάλεγε γεύση γλυκόριζας;
Όσο η καραμέλα έλιωνε έκλεισε τα μάτια.
Τα καλύτερά μου. Σκατά, δε θα δουλέψει έτσι. Κάγκελα και στις μνήμες μας ρε σιχάματα, το απεριποίητο πρόσωπό του συσπάστηκε από δυσφορία. Άναρχες θα είναι, θα ταξιδέψω όπου εγώ γουστάρω.
Με σαρκαστική διάθεση έβαλε τα χέρια γύρω από το κεφάλι του και σταύρωσε τα πόδια. Όπως έκανε όποτε ξάπλωνε τότε στις αιώρες. Μάσησε την καραμέλα σα να μάσαγε καπνό.
Πάμε κι όπου μας βγάλει ο δρόμος.
Και τον έβγαλε, σε στιγμές που του έσφιξαν το λαιμό. Ρούχα στενά που ήθελε να τα σκίσει. Άνοιξε την πόρτα και κοίταξε κατάματα αυτούς που πόνεσε τόσο η φυγή τους. Η γιαγιά. Ο πατέρας. Ο φίλος. Κι άλλος. Κι άλλος. Τα μάτια. Οι γκριμάτσες. Ο τρόπος που έκαναν τσιγάρο. Ξενυχτισμένα πρόσωπα. Καφές. Αλκοόλ. Γέλιο. Τα κεντίδια της γλώσσας τους, οι βραχνές φωνές, τα μυστικά. Πόθοι. Ακάνθινες ήττες. Αγκαλιές που πήρε. Και δεν πήρε. Οι ανάσες.
Έφτασε πολύ μακριά, σε τόπους που είχε να πάει από παιδί. Μύρισε σκανταλιά κι ελευθερία, ματωμένα πόδια, παιχνίδια και καβγάδες. Η σφεντόνα που σημάδευε ένα βράδυ το φεγγάρι, η φλογέρα που σκάλιζε με το σουγιά του θείου που έφυγε πρώτος, υποψιάζοντάς τον πως τα πιο αλάνια την κάνουν νωρίτερα. Γεύτηκε τα παγωτά μες στο καταμεσήμερο και το κολατσιό που έκρυβε για μετά. Φράχτες που πήδηξε, κρυψώνες μυστικές, βαγόνια προς το άγνωστο. Φιλαράκια που τους ένωνε αίμα και λάσπη. Τα φιλιά. Εκείνα τα πρώτα φιλιά. Πάντα εκείνα. Σαν να έσκαγαν στο στόμα του τα άστρα. Και μετά κυλούσαν μέσα χορεύοντας στα σωθικά του. Τόσες αφετηρίες χωρίς τέλος. Τόσες διαδρομές χωρίς χάρτη.
Πότε έγινε τόσο φτωχός; Ακρίβαινε η ανάσα του, όποτε περιπλανιότανε σε μάτια γεμάτα καλοσύνη. Σε σώματα που γυάλιζαν μες στο σκοτάδι. Που γίναν μια στιγμή ένα. Γυμνός, τριγύρναγε γυμνός. Λύγιζε και ζύγιζε, ακάλεστος και καλεσμένος. Αγγίγματα που πρόδωσε, υποσχέσεις που δεν έδωσε. Νανουρητό και πηχτό σκοτάδι, ένας βούρκος με ατελείωτο πένθος. Ένα ένα, τα πήρε τρυφερά. Όλα, τα αντίο που δεν πρόκαμε. Ανασηκώθηκαν απαλά τα βρύα, τα δόντια ξεσφίχτηκαν. Γαλήνεψε. Πόσο είχε αγαπήσει, πόσο αγαπηθεί.
Το λαμπύρισμα μιας αχτίδας. Αυτό που υπάρχει μέσα του απ’ την αρχή του κόσμου. Αυτό που δε θα δουν ποτέ εκείνοι που τους πασάρουν φούμαρα. Γλυκόριζες και αηδίες. Σιδερόφραχτες μνήμες δεν υπάρχουν. Ούτε ταξίδια.
