Κατευνασμοί

Ανώφελη διαμαρτυρία,
στα γκρεμίδια πασπαλίζουμε
κατευνασμό χρυσάφι,
αλλά δεν πρόλαβα στάλες να σου μαζέψω,
ξάσπρισε ο ουρανός
μ’ αφρισμένα κόκκαλα ψαριών,
μαζεύονται σιωπηλά.
Ανάμεσά τους το φεγγάρι,
στρογγυλό μαργαριτάρι
με χιόνι στις κορφές του,
κυλά στις σκοτεινές τις ρούγες,
όχι, μην είσαι έντρομος φύλακας,
το καταπίνουν αχόρταγα,
το ξέρω,
μα την πέτσα του άφησε
στο ασημένιο πηγάδι,
μαυροκούκι σκεπάζει τ΄ άστρα,
η ενατένιση μου κόβει την ανάσα,
μου κόβει και το χρόνο,
τον διαλύει σα σκόνη
σε ποτήρι στραμμένο στο φως,
τους άσπρους θάμνους
σκίζουν καταφύγια στεναγμών.

Ξάφνου ένα πεφταστέρι –
το πιο όμορφο θάμα –
διέσχισε το μισό κομμάτι του μπλε πάνωθέ μου,
γίνηκα εύθραυστη μαγεμένη ανάσα,
τι ευκή να ζητήσω,
κάτω από θεόρατου δέντρου το ανάλαφρο σάλεμα,
κάτω από έναν ωκεανό
που μαζεύει λευκά μανταρίσματα
να τα ζουλήξει βροχή,
μακραίνει ο δρόμος,
ξαπλώνουν τα θραύσματα
στων ονείρων τα δάχτυλα.
Περιμένω τη μυρωδιά της μπόρας.
Θα βγει ξανά το φεγγάρι,
να τυλιχτεί στα λουλούδια μας,
χαμογέλα.

Leave a comment