Φαντασιοκοπίες

Δεν ψηλαφώ
τ’ ουρανού το πρόσωπο απόψε.
Αυτά τα φαντασιοκοπήματα
των αστεριών,
οι ουλές της νύχτας,
όσα δεν αποδίδονται
με λέξεις,
μα μ’ ενέργεια,
δεν αντέχω ν’ αρθρωθούν
στον ωκεανό μου.
Σε ποιό κύτταρό μου
να κληροδοτήσω
τόση οικειότητα θανάτου,
σε ποιό των ορίων την κατάρρευση,
σε ποιό τη μελωδία του φωτός.

Θέλω να με πας

«Θέλω να με πας στην πιο γλυκιά ανάμνηση της παιδικής σου ηλικίας.»

Μεταφέρθηκε μεμιάς σ’ ένα χωριό, ζεστό απομεσήμερο καλοκαιριού, τα τζιτζίκια το επιβεβαίωναν.

Δυο αγόρια έτρεχαν γελώντας, ακούγονταν στο βάθος έξαλλες γυναικείες φωνές. Την πλησίασαν σε απόσταση αναπνοής. Δε χρειάστηκε να ρωτήσει. Ήταν οικείο το μελαγχολικό βλέμμα του. Κάθισε κι εκείνη μαζί τους κάτω απ’ το δέντρο, γέλασε, τους άκουσε. Σχεδόν γεύτηκε μαζί τους τα αχλάδια που έκοβαν με το μικρό σουγιαδάκι. Σχεδόν γεύτηκε την έκσταση και ντροπαλοσύνη του για εκείνο το φιλί στο μάγουλο που του έδωσε, λίγο αργότερα, ένα κορίτσι με κίτρινη κορδέλα στα μαλλιά που τον περίμενε λίγο πριν το σπίτι του.

«Σε μια σκληρή στιγμή;»

Το σκηνικό άλλαξε, ήταν βράδυ. Τον είδε έφηβο, να σφίγγει τις γροθιές. Ο παππούς του. Έβρισε κάτι μέσα απ’ τα δόντια, πήρε το δερμάτινό του και έφυγε τρέχοντας μέσα στη νύχτα στάχτη. Σφίχτηκε η καρδιά της με τον πόνο του.

«Στην πιο φοβισμένη;» 

Βρέθηκε να τρέχουν σ’ ένα διάδρομο, τον άκουγε λαχανιασμένο. Έφτασε ξέπνοος έξω από μια αίθουσα αναμονής. Κάποιοι τον πήραν αγκαλιά, μαλακός σαν πλαστελίνη στα χέρια τους. Κάθισε κάτω στο πάτωμα δίπλα του, ο τοίχος τον στήριζε απ’ το να αρχίσει να κυλάει ρευστός. Δε ξέρει πόση ώρα πέρασε. Ένας γιατρός βγήκε και τους ενημέρωσε. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τα μάτια του που έτρεχαν ποτάμι, καμία άλλη κίνηση δε συνέβαινε στο πρόσωπό του. Άστραφτε μέσα του η ανακούφιση.

«Στην πιο τρελή;»

Ο αέρας της έκοψε την ανάσα. Άρχισε να ουρλιάζει την ίδια στιγμή με εκείνον, έπεφταν στο κενό, η γη από κάτω τους κομματιασμένα χρώματα. Δεν κατάλαβε για πότε άνοιξε το αλεξίπτωτο, είχε κλείσει τα μάτια σφιχτά, η αδρεναλίνη της είχε χτυπήσει κόκκινο. Όταν τα ξανάνοιξε ήταν γαντζωμένη πάνω στο γιλέκο του, στο βάθος τα πέρατα και κείνη ζωντανή. Ένιωσε την κραυγή και το γέλιο να αναβλύζει απ’ τα σωθικά του.

«Στο ταξίδι που δε θα ξεχάσεις ποτέ;»

Τον είδε με τον εαυτό της, από την πρώτη ως την τελευταία μέρα τους. Σαν ταινία. Χαμογέλασε, θυμήθηκε, έκλαψε, γέλασε, τον ένιωσε με όλη της την ύπαρξη, οι χτύποι της καρδιάς του διαχέονταν μέσα της. Πώς να ταξιδέψει σε τόσα τοπία χωρίς ανάσα;

Τα μάτια της ήταν ακόμη υγρά, όταν μπήκε μέσα η υπεύθυνη.

«Δυσκολευτήκαμε λίγο να σας βρούμε, αλλά πιστεύω να άξιζε τον κόπο. Είχε ορίσει εσάς ως κληρονόμο της μνήμης του. Θέλετε να βιώσετε κι άλλες εδώ ή θα τις πάρετε μαζί;»

Γεύση γλυκόριζας

‘’ Άσε πίσω κάθε κουφάρι φόβου και ανασφάλειας. Ταξίδεψε ξανά στα καλύτερά σου με μια μόνο καραμέλα. ’’

Καραμέλες με γεύση γλυκόριζας. Ακόμα και σ’ αυτό απάτη, πιο παιδί θα διάλεγε γεύση γλυκόριζας;

Όσο η καραμέλα έλιωνε έκλεισε τα μάτια.

Τα καλύτερά μου. Σκατά, δε θα δουλέψει έτσι. Κάγκελα και στις μνήμες μας ρε σιχάματα, το απεριποίητο πρόσωπό του συσπάστηκε από δυσφορία. Άναρχες θα είναι, θα ταξιδέψω όπου εγώ γουστάρω.

Με σαρκαστική διάθεση έβαλε τα χέρια γύρω από το κεφάλι του και σταύρωσε τα πόδια. Όπως έκανε όποτε ξάπλωνε τότε στις αιώρες. Μάσησε την καραμέλα σα να μάσαγε καπνό.

Πάμε κι όπου μας βγάλει ο δρόμος.

Και τον έβγαλε, σε στιγμές που του έσφιξαν το λαιμό. Ρούχα στενά που ήθελε να τα σκίσει. Άνοιξε την πόρτα και κοίταξε κατάματα αυτούς που πόνεσε τόσο η φυγή τους. Η γιαγιά. Ο πατέρας. Ο φίλος. Κι άλλος. Κι άλλος. Τα μάτια. Οι γκριμάτσες. Ο τρόπος που έκαναν τσιγάρο. Ξενυχτισμένα πρόσωπα. Καφές. Αλκοόλ. Γέλιο. Τα κεντίδια της γλώσσας τους, οι βραχνές φωνές, τα μυστικά. Πόθοι. Ακάνθινες ήττες. Αγκαλιές που πήρε. Και δεν πήρε. Οι ανάσες.

Έφτασε πολύ μακριά, σε τόπους που είχε να πάει από παιδί. Μύρισε σκανταλιά κι ελευθερία, ματωμένα πόδια, παιχνίδια και καβγάδες. Η σφεντόνα που σημάδευε ένα βράδυ το φεγγάρι, η φλογέρα που σκάλιζε με το σουγιά του θείου που έφυγε πρώτος, υποψιάζοντάς τον πως τα πιο αλάνια την κάνουν νωρίτερα. Γεύτηκε τα παγωτά μες στο καταμεσήμερο και το κολατσιό που έκρυβε για μετά. Φράχτες που πήδηξε, κρυψώνες μυστικές, βαγόνια προς το άγνωστο. Φιλαράκια που τους ένωνε αίμα και λάσπη. Τα φιλιά. Εκείνα τα πρώτα φιλιά. Πάντα εκείνα. Σαν να έσκαγαν στο στόμα του τα άστρα. Και μετά κυλούσαν μέσα χορεύοντας στα σωθικά του. Τόσες αφετηρίες χωρίς τέλος. Τόσες διαδρομές χωρίς χάρτη.

Πότε έγινε τόσο φτωχός; Ακρίβαινε η ανάσα του, όποτε περιπλανιότανε σε μάτια γεμάτα καλοσύνη. Σε σώματα που γυάλιζαν μες στο σκοτάδι. Που γίναν μια στιγμή ένα. Γυμνός, τριγύρναγε γυμνός. Λύγιζε και ζύγιζε, ακάλεστος και καλεσμένος. Αγγίγματα που πρόδωσε, υποσχέσεις που δεν έδωσε. Νανουρητό και πηχτό σκοτάδι, ένας βούρκος με ατελείωτο πένθος. Ένα ένα, τα πήρε τρυφερά. Όλα, τα αντίο που δεν πρόκαμε. Ανασηκώθηκαν απαλά τα βρύα, τα δόντια ξεσφίχτηκαν. Γαλήνεψε. Πόσο είχε αγαπήσει, πόσο αγαπηθεί.

Το λαμπύρισμα μιας αχτίδας. Αυτό που υπάρχει μέσα του απ’ την αρχή του κόσμου. Αυτό που δε θα δουν ποτέ εκείνοι που τους πασάρουν φούμαρα. Γλυκόριζες και αηδίες. Σιδερόφραχτες μνήμες δεν υπάρχουν. Ούτε ταξίδια.

Κατευνασμοί

Ανώφελη διαμαρτυρία,
στα γκρεμίδια πασπαλίζουμε
κατευνασμό χρυσάφι,
αλλά δεν πρόλαβα στάλες να σου μαζέψω,
ξάσπρισε ο ουρανός
μ’ αφρισμένα κόκκαλα ψαριών,
μαζεύονται σιωπηλά.
Ανάμεσά τους το φεγγάρι,
στρογγυλό μαργαριτάρι
με χιόνι στις κορφές του,
κυλά στις σκοτεινές τις ρούγες,
όχι, μην είσαι έντρομος φύλακας,
το καταπίνουν αχόρταγα,
το ξέρω,
μα την πέτσα του άφησε
στο ασημένιο πηγάδι,
μαυροκούκι σκεπάζει τ΄ άστρα,
η ενατένιση μου κόβει την ανάσα,
μου κόβει και το χρόνο,
τον διαλύει σα σκόνη
σε ποτήρι στραμμένο στο φως,
τους άσπρους θάμνους
σκίζουν καταφύγια στεναγμών.

Ξάφνου ένα πεφταστέρι –
το πιο όμορφο θάμα –
διέσχισε το μισό κομμάτι του μπλε πάνωθέ μου,
γίνηκα εύθραυστη μαγεμένη ανάσα,
τι ευκή να ζητήσω,
κάτω από θεόρατου δέντρου το ανάλαφρο σάλεμα,
κάτω από έναν ωκεανό
που μαζεύει λευκά μανταρίσματα
να τα ζουλήξει βροχή,
μακραίνει ο δρόμος,
ξαπλώνουν τα θραύσματα
στων ονείρων τα δάχτυλα.
Περιμένω τη μυρωδιά της μπόρας.
Θα βγει ξανά το φεγγάρι,
να τυλιχτεί στα λουλούδια μας,
χαμογέλα.