
Είσαι ακίνητος,
στέκεις και με κοιτάς,
μπορώ να ακουμπήσω δίπλα σου
έναν πελώριο δράκο ή ένα άλογο,
ένα πανέρι με τριαντάφυλλα,
ένα ολόλευκα σμιλεμένο άγαλμα,
μπορώ να κάμω τους κάμπους χιονισμένους
και μένα να τους διαβαίνω στωικά,
να τυλίξω τα πάντα γύρω σου με φύλλα αγριοκερασιάς
να κάμω να μοσχομυρίσει το χώμα σου κρινάκια και αγράμπελες,
να περνά ένας Θεός μέσα απ’ τα σύννεφα και
να σου γελά μες στη φωτιά,
να σε δαγκώνει η θάλασσα
και να τραγουδά το δέρμα σου το αλάτι της,
μπορώ να στέκω γυμνή και να σου δείχνω τα πουλιά
ή να σε τραβώ αντίπερα και να κάνουμε βουτιές σε χειμάρρους
να μυρίζουμε σύννεφα και να φιλάμε αίμα,
μπορώ ρημαγμένη
και μπορώ και μέσα από στάχτες ξανά,
καταλαβαίνεις;
Κουνήσου μια πιθαμή
να με σταματήσεις.

