
Σε κάθε λακκούβα που οι σταγόνες δημιουργούσαν μικρούς ομόκεντρους κύκλους το μυαλό του γύρναγε σε εκείνη τη πρώτη και τελευταία μέρα τους, στις στιγμές που πετούσαν πετρούλες στη θάλασσα γελώντας, καταπράσινη ακρογιαλιά, ήλιος, οι δυο τους αλμυροί.
Δεν πέρασε μέρα που να μην τη σκεφτεί από τότε. Τα πιο αστεία πράγματα συμβαίνουν όταν δεν τα περιμένεις. Έτσι κι εκείνος. Ερωτεύτηκε για την πλάκα. Όπως για την πλάκα τώρα πέφτει πάνω του η βροχή. Γιατί ήταν καλοκαίρι και τα μάτια της έλαμπαν. Γιατί είχε ψιλές φακίδες που ήταν σίγουρος πως το είχαν σκάσει από κάποιο μυθιστόρημα για να συναντήσουν τη μύτη της. Τον πείραζε ανελέητα κάνοντας τον να νιώθει σα μικρό παιδί και δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να της χιμήξει ή να θυμώσει. Σοβαρός, συγκροτημένος, με έλεγχο που απέκτησε με το αίμα του. Είχε απολύτως ό,τι χρειαζόταν στη ζωή του.
Τι ώρα είναι, γαμώτο θα αργήσω. Όχι τίποτα άλλο, δε γουστάρω με τίποτα να βλέπω το ειρωνικό υφάκι της Έλενας, από τότε που παίχτηκε εκείνη η μαλακισμένη φάση δε χάνει ευκαιρία να μου την πει.
Η βροχή έπεφτε ρυθμικά, μα γιατί δεν είχε πάρει ομπρέλα, αφού το διάβασε «σχεδόν συνεχής συννεφιά (77%) με μεγάλη πιθανότητα βροχής (44%)»
Καθόλου δεν του άρεσε που είχε αργήσει. Δεν κατάλαβε πως πέρασε η ώρα με το project, ίσως αργότερα βρεθούν με τα παιδιά για καμιά μπύρα, οι Τετάρτες προς τα εκεί βολεύουν όλους. Δούλεψε σκληρά τους τελευταίους μήνες, το χρειαζόταν και εξάλλου ήταν από τις ωραιότερες δουλειές του.
Μπουμπουνητό. 44% κατακλυσμός του Νώε, έπρεπε να λένε. Τι σκεφτόταν και δεν είχε πάρει το αυτοκίνητο.
Τον είχε ιντριγκάρει η ανεμελιά της, το γέλιο της, ολόκληρη ένα ανθισμένο κλαδί άνοιξης. Όταν έχει ήλιο όλα φαίνονται λογικά, δε διαφωνείς με τίποτα.
Μυρίζει ωραία πάντως το κωλοτσιμέντο, «αγαπώ τη βροχή, τ’ αστέρια και τη θάλασσα», έτσι του είχε συστηθεί. Ούτε όνομα ούτε τίποτα. Ήταν η συμφωνία τους.
«Δεν θα ρωτήσεις.»
«Δεν θα ρωτήσω.»
«Και δεν θα με ψάξεις.»
«Δεν θα σε ψάξω.»
Η βροχή δυνάμωσε, πράσινο, διέσχισε τη λεωφόρο από τη διάβαση και ένιωσε τα μπατζάκια του κολλημένα στους αστραγάλους του. Είχε κολλήσει πάνω του σαν στρείδι σε βράχο σε κείνο το τελευταίο φιλί. Δεν τη ρώτησε. Εκείνη που τον στοίχειωσε. Δεν την έψαξε.
«Αν με σκεφτείς ακαθόριστα θα με φέρεις» του είχε πει διεισδύοντας στα μάτια του και μένοντας εκεί. Την πίστεψε.
Ακαθόριστα και καθορισμένα, την σκεφτόταν ακόμα και τις στιγμές που δεν είχε σκέψεις. Όνειρα θερινής νυκτός. Οι σταγόνες χόρευαν γύρω του μυστικό χορό. Το κοστούμι του ήταν μούσκεμα, ολόκληρος ένιωθε σαν καρτούν έτοιμο να ξεβάψει. Σταμάτησε ξαφνικά. Τι σκατά κάνω; αναρωτήθηκε. Σε τι meeting γαμώτο να πάω έτσι όπως είμαι; Δε γαμιέται, χρειάζομαι έναν καφέ.
Στο επόμενο λεπτό είχε ακυρώσει τη συνάντηση, ακίνητος εκεί, σ’ ένα πεζοδρόμιο, με τον χαρτοφύλακα στο αριστερό χέρι και το κινητό στο δεξί, τη βροχή πάνω του, τη βροχή μέσα του.
Κατέβασε το κινητό, σήκωσε το κεφάλι αστραπιαία και έκλεισε τα μάτια. Η μυρωδιά της στα χείλη του. Ασυναίσθητα ήρθαν και τα μαλλιά της, αυτά τα μαύρα κυματιστά μαλλιά της στο χρώμα της νύχτας, θα μπορούσε να κοιμάται και να ξυπνά χωμένος μέσα σε κείνα τα μαλλιά.
Όλο και χειροτέρευε η περίπτωσή του, κούνησε με πικρό χαμόγελο το κεφάλι.
Ελάχιστες στιγμές μετά, γύρισε πίσω του και κοίταξε το όμορφο καφέ που σύχναζε κάποτε. Μια χαρά θα περνούσε το απόγευμά του κοιτάζοντας τις άτακτες σταγόνες υπό τη μυρωδιά καφέ, άνοιξε το βήμα στο γλιστερό πεζοδρόμιο και κατευθύνθηκε προς τα κει.
*****
“But I set fire to the rain
Watched it pour as I touched your face
Well, it burned while I cried
‘Cause I heard it screaming out your name
Your name
I set fire to the rain
And I threw us into the flames
When we fell, something died
‘Cause I knew that that was the last time
The last time”
Σιγομουρμούριζε με κέφι και προχώραγε μέσα στη βροχή, πατώντας επίτηδες με λίγο περισσότερη ένταση στις νερολακκούβες, πάντα της έφτιαχνε το κέφι η βροχή. Θυμάται πως του το είχε πει και του είχε φανεί αστείο. Δεν τον ρώτησε, πόσο το είχε μετανιώσει, τουλάχιστον αυτό, αυτή η απλή πρόταση φανερώνει πολλά για την ψυχή κάποιου.
Σου αρέσει η βροχή; Κάθε που βρέχει αναρωτιέται.
Ήταν το παιχνίδι της. Από εκείνη τη μέρα και μετά. Να τον ρωτά νοερά, λες και ήταν δίπλα της, διάφορα χαζά ή σοβαρά πράγματα, μικρές λεπτομέρειες που από μόνες τους δε λένε τίποτα, όμως όλες μαζί συνθέτουν αυτό που αντιλαμβάνεται κάποιος ως τον άνθρωπο στον οποίο ανήκουν.
Ίσως έτσι να ισοσκέλιζε τη θλίψη της. Και τον πόνο, που όσο και να υποκρινόταν την άνετη, της διαμέλισε τα σωθικά και απορεί που βρίσκει και άλλα ξέφτια να τραβάει λίγο λίγο κάθε μέρα.
Sometimes I wake up by the door
That heart you caught must be waiting for you
Even now when we’re already over
I can’t help myself from looking for you
I set fire to the rain…”
Δρασκελιά, μουρμούρισμα, δρασκελιά.
Ουπς, αυτή ήταν βαθιά, μπράβο ούφο έγινες μούσκεμα.
Πώς της ήρθε να κατέβει κέντρο σήμερα, σχεδόν ποτέ δεν κατεβαίνει. Είχε όμως δυο ώρες κενό μέχρι το επόμενο ραντεβού και με το που ψυχανεμίστηκε βροχή ζωήρεψε. Είχε καιρό να γίνει τόσο αυθόρμητη, λες και όλη την τρέλα της την είχε καρφιτσώσει στην αλμύρα των μαλλιών του, εκεί κάτω από τον ανελέητο ήλιο. Την ώρα που κοιτούσε εκστατικός τα δικά της μαλλιά, τώρα που το σκέφτονταν δεν είχε αγαπήσει τόσο τα μαλλιά της μέχρι την ώρα που τα είδε να καθρεφτίζονται στα μάτια του.
Πώς μπορεί να σου λείπει κάποιος που δεν είχες ποτέ; Πώς γίνεται να νιώθεις κάτι τόσο έντονο, τόσο οικείο μέσα σε λίγες ώρες; Εμφανίστηκε από το πουθενά και έφυγε έτσι, απαλά, όπως ήρθε. Δεν ανταλλάξαν ούτε καν τα ονόματά τους, και σε αυτό επέμενε εκείνη μέσα στα γέλια και τον ενθουσιασμό της, το έβλεπε πως εκείνος λαχτάραγε να μάθει τα πάντα για αυτή.
Αλέγρα και χειμαρρώδης ήταν μάλλον πάντα της, αλλά μπροστά του ένιωσε ξαφνικά πως ξεχείλισε ότι είχε και δεν είχε μέσα της. Χάραξαν χρώματα που δεν είχε ματαδεί. Και τα άφησε να κυλήσουν, εκεί στα πόδια του, μαζί με τον ελαφρύ κυματισμό της θάλασσας.
Ο χρόνος μέσα της είχε σταματήσει τότε. Μήνες τώρα. Πολλές φορές νόμιζε ότι είδε τη μορφή του μέσα στο πλήθος. Τα μάτια λαθεύουν όταν ξοδεύονται και κείνης είχαν ξοδευτεί πάνω του. Καμιά φορά στον ύπνο της έβλεπε το πρόσωπό του, με την ίδια εκείνη θλίψη στα μάτια να την κοιτά σοβαρός και μετά ξυπνούσε και ξέσπαγε σε λυγμούς για την ομίχλη του μυαλού της.
Δεν τολμούσε να το ομολογήσει στις φίλες της, δεν ήθελε κιόλας. Αυτό ήταν κάτι κατάδικό της, κάτι που είχε μοιραστεί μόνο μαζί του.
Μπουμπουνητό, η βροχή τώρα έπεφτε ορμητική. Είχε γίνει ολόκληρη μούσκεμα, όχι ότι κρατούσε την ομπρέλα και για να προστατευτεί, πιο πολύ για τη φάση singing in the rain. Αν το ήξερε θα φορούσε κίτρινο αδιάβροχο.
Μύριζε υπέροχα, και τα γυμνά κάτω από τη φούστα πόδια της γαργαλιόταν από σταγόνες που κυλούσαν πάνω τους.
Στη διάβαση την ώρα που περνούσε διασκέδαζε με τους εκνευρισμένους περαστικούς, μα γιατί γινόταν όλοι περισσότερο βιαστικοί με τη βροχή; Επιβράδυνε επίτηδες το βήμα της, χωρίς να προσέχει καθόλου που πατάει.
Νοστάλγησε να πιει ένα καφέ, σε κείνα τα παλιά στέκια. Να κυλά στις φλέβες η μουσική και να αιωρούνται με τον καπνό του τσιγάρου οι συνειρμοί.
Να, σε κείνο! Λες και με φωνάζει, σκέφτηκε και σχεδόν με χορευτικά βήματα, στάζοντας ολόκληρη, έκανε με το χέρι ασυναίσθητα πίσω τα μαλλιά της και μπήκε μέσα.
*****
«Λυπάμαι πολύ κύριε, η μητέρα σας δεν τα κατάφερε» το λες κυρά μου σχεδόν χαμογελαστή να πας να απαυτωθείς και είχες και αυτή τη χοντρή ελιά στη μύτη που σε έκανε αντιπαθητική, μα καλά, δεν σκέφτηκες ποτέ να την αφαιρέσεις;
Όχι, αν είχα μια τέτοια ελιά θα την έβγαζα σίγουρα, πάνω από όλα η αισθητική, έτσι δεν έλεγε η μητέρα;
Τι τα θες, ο κόσμος δεν δίνει δεκάρα για την αισθητική, βασικά δε δίνει δεκάρα για τίποτα. Μανούλα μου, τι όμορφη που είσαι, θα έρθω το απόγευμα να σε πάρω. Άφησα εκεί, με είδες, σωστά, οι πεθαμένοι δεν κοιτούν, εντάξει, μη στεναχωριέσαι, τα έβαλα εγώ τα λουλουδάκια που σου μάζεψα στο βάζο δίπλα στο κρεβάτι σου, όμορφα όμορφα θα σου κάνουν παρέα, όχι, δεν θέλω να μου έχεις καμία έγνοια εσύ, εσύ ξεκουράσου και θα τα φροντίσω όλα εγώ.
Και κείνη τη γαμημένη δουλειά, μη σε νοιάζει, θα βρω άλλη, τι δεν με έχεις ικανό, άκου, ποιος γαμημένος απολύει τον υπάλληλό του τη μέρα που πεθαίνει η μάνα του, παλιοσκρόφα Δημουλίδου, θα σε κανονίσω αλλά όχι σήμερα, σήμερα περιμένει η μανούλα μου. Γλυκιά μου μήπως κρυώνεις τώρα, έφυγα βιαστικά θα ξαναγυρίσω όμως, έπιασε και αυτή η βροχή τώρα, τσουρ τσουρ σαν κάτουρο, χάθηκε να ρίξει μια δροσερή βροχή, καίγεται το κεφάλι μου!
Και το σπίτι, ναι, ναι, εξώσεις και μαλακίες, θα σου βρω εγώ μανουλίτσα μου ένα σπίτι μούρλια, όχι σαν αυτή την υπόγα την ανήλιαγη, με βεράντα όμορφη, από αυτές που βάζουν οι νοικοκυρές πολύχρωμα γλαστράκια για να ηδονίζονται που δεν έχουν χώμα, όλα θα τα κανονίσω, εσύ μόνο να χαμογελάς, δεν θ’ αργήσω. Γαμημένη παλιοβροχή, σήμερα είναι μέρα χαράς, έπρεπε ο ήλιος να λάμπει που λευτερώθηκε η μανούλα μου, που δεν πονάει πια. Πρόλαβα και τις είδα εγώ τις μελανιές στο μπράτσο σου οι άχρηστες αυτές, δεν είχες καλές φλέβες μανούλα μου, έσπαγαν, όχι, δε φταις εσύ. Θυμάσαι, το ίδιο μου έλεγες κάθε φορά που νοσηλευόμουν, δε φταις εσύ, δε φταις εσύ μου έλεγες, και σε πίστευα μανούλα μου, σε πίστευα, εσύ πίστευες πάντα σε μένα.
Έγινα μούσκεμα, σκατά, σκατά, πώς θα με δει έτσι, βασικά της υποσχέθηκα και λίγα φρέσκα λαχταριστά μακριά μαλλάκια, ψαλίδι, ψαλίδι, δεξιά τσέπη ψαλίδι, μαλλάκια, μαλλάκια, μανούλα θα βρω, θα βρω και θα κόψω να φέρω εγώ, τόσες μέρες εκεί μέσα οι παλιοπουτάνες σε άφησαν άλουστη, θα δεις, από την πιο όμορφη θα σου βρω εγώ μαλλάκια, ναι. Μαύρα μακριά όμορφα μαλλιά, όπως αυτά στα φιγουρίνια των περιοδικών, τέτοια σου πρέπουν μανούλα μου όμορφη και σένα.
Και μη νομίζεις, σκατά κυλούσαν τα βράδια μου χωρίς εσένα, οι βελόνες από το πλέξιμο είναι εκεί ακριβώς που της άφησες, στην πολυθρόνα σου, ακόμα και η κούπα, θα γελάσεις, ακόμα και η κούπα με τον μισοτελειωμένο καφέ μανουλίτσα μου, εκεί είναι, σε περιμένει, ίσως να σου φτιάξω φρέσκο, μη σε νοιάζει, όλα θα κανονιστούν.
Τα δυο τελευταία βράδια πεινούσα μανούλα μου, είχα φάει και το τελευταίο μπισκότο στο σπίτι, θα ψώνιζα πριν έρθεις, το ξέρεις, για να μου πεις, τι φέρνει ο κουβαλητής μου, όπως πάντα, αλλά η γαμημένη η Δημουλίδου είχε άλλα σχέδια, λυπάμαι πολύ κύριε Καρακασίδη, τι λες μωρή κουφάλα, θα σου πω εγώ τι σημαίνει λύπη.
Λύπη, μαύρη πηχτή λίμνη, πιο μαύρη απ’ τα βρωμόνερα που πατώ τώρα, βουλιάζω μάνα, ανοίγει η άσφαλτος, κοίτα πόσο σκούρα και υγρή, λες να με καταπιεί, φοβάμαι, φοβάμαι, αλλά σε κείνο το ίδρυμα να ξέρεις δεν ξαναγυρνάω μάνα, δεν είναι ωραία εκεί, ουρλιάζει η ψυχή μου στον καθρέφτη και δεν υπάρχει κανείς μέσα του, με ποιόν θα μένω μανουλίτσα μου, μη θυμώσεις, από τη μέρα που μπήκες σ’ αυτή την κωλοκλινική σταμάτησα και τα χάπια, να πάνε να γαμηθούν και οι γιατροί και όλοι, σάμπως νοιάστηκε ποτέ κανείς, τη φάρα τους όλοι ίδιοι είναι.
Πέφτει βροχή, πέφτει βροχή, μανούλα μου δεν σου άρεσε η βροχή, ποιος σκατοουρανός τολμά να βρέχει στη μέρα σου, σταγόνες με καίνε, με καίνε μανούλα οι παλιοσταγόνες, λιωμένο μέταλλο στάζει, γκρι λιωμένο καυτερό μέταλλο μανούλα, έχω το ψαλίδι, θα σου φέρω μαλλάκια. Να, να μανούλα, απέναντι, τι λες για κείνο το ωραίο καφέ, έχω ένα ευρώ στην τσέπη μανούλα, ίσως φτάσει να σου φέρω και σένα ένα καφεδάκι, ναι, μαλλάκια, καφεδάκι, ψαλίδι. Γαμημένη καταιγίδα, γαμημένη διάβαση, πάλι κόκκινο. Μανούλα μου.