Ένιωθε να εξαϋλώνεται. Συχνά τον έχουν αποκαλέσει αόρατο, πάντα τον κάνει να χαμογελά αυτή λέξη. Απόψε όμως στα χείλη ούτε καν μειδίαμα. Ούτε πόνος, ούτε τίποτα. Μόνο εκείνα τα χρώματα.
*****
Το πιο πιθανόν, βέβαια, ήταν πως εκείνες μπερδεύονταν. Όσο πιο μακρινό το ταξίδι τόσο πιο σαγηνευτική η παραπλάνηση. Το παιχνίδισμα γίνεται μοναδικό, μπορεί να πεθαίνει και να γεννιέται ξανά και ξανά, να χάνεται και να χάνει. Δεν τον πειράζει. Το να διαμελίζεται είναι από τα πιο γλυκά του συναισθήματα. Τις φορές που καταφέρνει να νιώθει. Συνήθως δεν νιώθει τίποτα. Το έχει ξεστομίσει 2-3 φορές αυτό, μα αδύνατον. Φάνταζε πάντα αδύνατη αυτή η πρόταση, δεν έβγαζε νόημα, το μη κενό, το οποιοδήποτε μη κενό είναι πιο αποδεκτό στον ανθρώπινο νου, από την απόλυτη ανυπαρξία.
Καμιά φορά ο πόνος είναι ο μόνος τρόπος για να βεβαιωθεί πως έχει ψυχή. Σαν την αίσθηση πως μισοκλείνει τα μάτια και βλέπει τον εαυτό του παιδί. Κρατά ένα μεγάλο καράβι και τρέχει προς τη θάλασσα. Πλησιάζει και την ώρα που σκύβει να το βάλει στο νερό, κάτι γίνεται και το νερό μαυρίζει. Και μετά ξαφνικά βρίσκεται σε παγωμένο τοπίο. Η ανάσα του βγαίνει σα σύννεφο, σαν ανάσα μικρού δράκου. Σκύβει στην κρυσταλλένια λίμνη και το είδωλο που βλέπει είναι ενός γέροντα, με λευκή γενειάδα. Ο χρόνος έχει οριστεί αλλιώς, σ’ ένα ταξίδεμα που τον αναγκάζει ολοένα να φεύγει και να φεύγει.
“Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του” σαρκάζει συχνά τον εαυτό του με τις λέξεις του ποιητή. Δεν πέφτει. Πέφτει όποιος υπάρχει και κείνος δεν υπάρχει.
Υπάρχουν όμως τα αποτυπώματά του. Φροντίζει όλες του οι συμπαντικές δυνάμεις να διανέμονται τρισδιάστατα και μη στο χώρο, με έναν τρόπο που ελάχιστοι θα μπορούσαν να συλλάβουν. Για τους έξω είναι απόλυτα δομημένος στο βαθμό που να εμπνέει σεβασμό, αποδοχή, έμπνευση, ικανότατος σε ό,τι καταπιάνεται στη δημόσια εικόνα του, ισορροπημένος, με αίσθηση του χιούμορ και ισχυρή παρουσία, όχι της κραυγαλέας ματαιοδοξίας, μα της ελπιδοφόρας και παραγωγικής δύναμης.
Εμποτισμένα στοιχεία ενσωμάτωσης. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να κινείται με άνεση από τον ένα χώρο στον άλλο, κάτι βέβαια που από μόνο του δεν είναι επιλήψιμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι τοποθετημένοι σε ένα περιβάλλον φορούν με το διάβα του χρόνου τα ενδύματα που ορίζονται από τα πρότυπα και τους κανόνες αυτής.
Ποιο ήταν το χρονικό σημείο που η ενσωμάτωση αυτή ήταν πλήρως ελεγχόμενη και σε αντιδιαστολή με τις υπόλοιπες αόρατες εκφράσεις της δημιουργικότητας και των χαρισμάτων του, ήταν κάτι που τον είχε ρωτήσει και εκείνη πάνω από μια φορά. Δεν της απάντησε ποτέ. Έπεφτε συχνά στην ίδια της την παγίδα και έβγαζε δικά της βιαστικά συμπεράσματα ή έκανε εικασίες, τουλάχιστον αρχικά.
Η αλήθεια βέβαια ήταν άλλη. Πως δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, όπως συχνά αρέσει στις θηλυκές υπάρξεις να ταυτίζουν τον πόνο και την αίσθηση καταστροφής κάποιου με ένα δύσκολο παιδικό βίωμα ή μια ερωτική απογοήτευση. Όχι. Υπήρχαν βέβαια τέτοια, ίσως παραπάνω από ό,τι η καρδιά του άντεχε, μα δεν ήταν αυτός ο λόγος. Ούτε και κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο υπήρχε. Σαν να ήταν κάτι κρυμμένο από πάντα μέσα του και μεγάλωνε μαζί με αυτόν.
Αν παρατηρούσε κανείς τις λεπτομέρειες της ζωής του, δεν υπήρχε κάποιο εμφανές σημάδι, κάποια ανακολουθία. Το αντίθετο. Όλα φαινόνταν πως χορεύουν γύρω του σε μια σφιχτοδουλεμένη αρμονία. Κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί πως τις περισσότερες φορές κατανάλωνε και την τελευταία του ανάσα.
Είχε, ωστόσο, αυτό το χάρισμα, να μπορεί να επιβιώνει με το τίποτα. Όταν ένιωθε πως οι αναπνοές έσβηναν, είχε μυστικά οπλοστάσια. Ήξερε πολύ καλά. Άσε που όποτε και να έβγαινε έξω, γέμιζε ολόκληρος ουρανούς, αιματοβαμμένα δειλινά και άστρα και έδινε πνοή στα πάντα με έναν τρόπο τόσο μοναδικό που σε έκανε να νιώθεις πως ήταν προφήτης ή δυνατός πολεμιστής.
*****
Από τη μέρα που τη συνάντησε ξαναζεί. Αυτό που έχει ζήσει ξανά και ξανά αιώνες τώρα. Αυτό που μπορεί και του γαντζώνει σαν τανάλια τα σωθικά και έτσι αποκτά συναίσθηση της θέσης τους πάνω του. Μαζί ύφαιναν θάνατο, φιλιά και θάλασσα. Ρουφούσε μέχρι μέσα την ύπαρξή της και γέμιζε ολόκληρος με τις αποχρώσεις της, δυνατές όσο τίποτα, από κεχριμπάρι και έβενο. Μια λεπτή ισορροπία που το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να βουτάει τα χέρια του στα χρώματά της και μετά να τα τινάζει με φόρα για να πιτσιλάει το σύμπαν τριγύρω.
Όλο και πιο πολύ όμως αβάσταχτο αυτό το συναίσθημα, του Άτλαντα, το βάρος στους ώμους του από το μενεξεδί ταβάνι, τον λυγίζει. Και μετά μαύρο. Εκείνη η μικρή κουκίδα που μεγαλώνει και μεγαλώνει σε έναν χώρο που απλώνεται σαν πεδιάδα στα μάτια του και απειλεί να τον καταπιεί ολόκληρο. Εξορισμένος από πάντα σε κόσμους που ανθρώπινο πλάσμα δεν μπορούσε να κοιτάξει. Μα και πάλι. Μαζί της νόμιζε πως θα έσπαγε τον αδιαπέραστο πάγο, θα τις έδειχνε τις ατελείωτες πεδιάδες με το χιόνι και τις ανελέητες εκτάσεις της ερήμου και τα απόκρημνα και θα διέσχιζαν, έστω και για λίγο, μαζί τις έναστρες λίμνες.
Χαμογέλασε στεγνά. Το τέλος ίδιο κάθε φορά. Στο όνομα της αγάπης τους ζητούν, ζητούν να λάβουν χωρίς να υποψιάζονται. Όσο τους δίνει τόσο εκστασιάζονται, δεν χορταίνουν, κόβουν κομμάτια του, τα μαλάζουν και τα μπήγουν στα κενά τους. Και κοιτούν το μελαγχολικό του χαμόγελο, χωρίς να παρατηρούν πως στα λουκούλλεια γεύματα εκείνος τους προσφέρει τον ίδιο του τον εαυτό, το κορμί του μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε ξεσκισμένο σαρκίο. Υπάρξεις που όχι μόνο δεν ξέρουν να δίνουν, μα που τολμούν και θέλουν χωρίς να είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται, πέφτουν πάνω του με ορμή, όχι απλά να ξεντύσουν μα να τον αφανίσουν.
Η ομορφιά του έρωτα συνίσταται στη λήθη. Και στην ψευδαίσθηση πως τα κομμάτια που με τόση λύσσα αποζητούμε από τον άλλον, αν τα κολλήσουμε πάνω μας θα πάρουν το σχήμα όσων μας λείπουνε. Η αλήθεια είναι πως ό,τι κολλάμε πάνω μας με βία, αυτό όχι μόνο δεν μπολιάζεται, αλλά σαπίζει. Και αυτά που λείπουν πολλαπλασιάζονται. Σκέψεις που δεν κάνει για πρώτη φορά. Όχι όμως πως δεν καταλαβαίνει. Την ευθύνη των τυχαίων του επιλογών.
Κοιτάζεται στον καθρέφτη. Τον αγάπησε, την ένιωσε την αγάπη της. Όπως μπόρεσε. Μα στο τέλος η επιμονή της να πετάξει τις μάσκες του ήταν τόση που εκείνος, σε μια ολιγόστιγμη αδυναμία, ενέδωσε. Νεκρός πια κοιτάζει. Αυτό που ποτέ της δεν κατάλαβε, ήταν πως σε κάθε προσωπείο του ήταν εκείνος. Εκείνος με όλα όσα βλέπει τώρα μέσα σε κείνο τον καθρέφτη, τα χίλια πρόσωπα της ψυχής του. Ντυμένα στα χρώματα που εκείνη αγάπαγε.
*****
Λυπημένη καθώς ήταν άνοιξε το παράθυρο. Ο ήλιος δεν ήταν ήλιος, ένα ξέπλυμα πινέλων ήταν. Δεν μπήκε καν στον κόπο να αναζητήσει με το βλέμμα της κίτρινα και κόκκινα λουλούδια, τα μάτια της, το χαμόγελό της, είχαν μαραθεί.
Αφανίστηκαν μαζί σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να πετάξουν μέσα στο ίδιο τους το όνειρο. Βυθισμένη στην ανάσα του είχε ξεντυθεί από πάνω της τα πάντα. Ό,τι δεν ανήκε στην ψυχή της. Ό,τι ήταν ψεύτικο, για χάρη του. Καθώς γύρισε το πρόσωπο η αντανάκλασή της φάνηκε στο τζάμι. Τρόμαξε. Το δέρμα της είχε αλλάξει, ήταν πια ανακατωμένο με τις αποχρώσεις του.
Στη θέση του προσώπου της, όμως, ήταν ένα τεράστιο ολοστρόγγυλο μεγαλοπρεπές κενό.
