
Οι σταγόνες
που θαρρούσες πως κρατούσαν
ζωντανά
τα πνεύματα των δασών
φτύναν αίμα πάνω τους,
και η κόκκινη σάρκα
που χαιρόσουνα
των λουλουδιών
σαρκοβόρα κατάπινε
τη γαλήνη των βυθών.
Στα θάματα αν επότιζες
ανόητη χολή,
αναρριχήσου απ’ τα σπλάχνα τους,
τράβα το μανδύα
απ’ της θλίψης το άνυδρο,
γίνου αέρας
ν’ ανασάνουν
στη γλυκόπικρη σιωπή.