Προοπτικές

Ήταν κάτι πιο έντονο και από θόρυβο. Το θυμάμαι καλά. Απόλυτη απουσία ήχων. Αναγκάζει την ακοή να απλωθεί όσο μπορεί περισσότερο μήπως και πιάσει. Αφή. Περίεργο που το αναφέρω. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή δεν ένιωθα καν τα χέρια μου. Ούτε και το υπόλοιπο σώμα. Απόλυτο σκοτάδι. Τόσο που να μην καταλαβαίνω αν τα μάτια μου ήταν ανοιχτά ή κλειστά. Οι αισθήσεις αφυπνίστηκαν ξαφνικά, λες και πιο πριν, ακόμα και ένα δευτερόλεπτο πιο πριν, δεν υπήρχα. Αργά αργά ερχόταν η κάθε διαπίστωση, με έναν τρόπο καταλυτικό. Σαν κάποιος από αλλού – τι δέος μου προκάλεσε εκείνο το συναίσθημα! – να καθοδηγούσε την πορεία του νου και της αντίληψής μου.

Το μυαλό μου προσπαθούσε να αντιληφθεί ερεθίσματα ώστε να μπορέσει να τα μεταφράσει. Αν, αν υπήρχε κάτι που να έδειχνε την παραμικρή ένδειξη. Για το πού ήμουν. Τι ώρα και μέρα ήταν; Πώς ήμουν; Πώς βρέθηκα εκεί;

Αν δεν έχεις αντίληψη όμως του χώρου και κυρίως του χρόνου, αν ό,τι ορίζει την ανθρώπινη συνείδηση με τους τρόπους που το μυαλό μας έχει εκπαιδευτεί δεν υπάρχει ή αν, έστω εσύ, δεν έχεις πρόσβαση σε αυτό, τότε τι μένει; Τι είναι αυτό που προσδιορίζει την ύπαρξή μας, που σκιαγραφεί τα όρια του σχήματός μας;

Άρχισε να με πιάνει κάτι σκοτεινό, τώρα που το σκέφτομαι θα μπορούσα να το ονομάσω και απελπισία. Ναι. Απελπισία. Ζούσα; Υπήρχα; Με την έννοια που δίνουν οι θνητοί. Ή είχα μετατραπεί ολόκληρος σε κάτι άλλο, κάτι που αδυνατούσα εκείνη τη στιγμή να ψηλαφίσω και μόνο οι σκέψεις μου ήταν η αληθινή απόδειξη πως είμαι εγώ, πως έχω μια οντότητα τελοσπάντων;

Από την άλλη προσπαθούσα να βρω τι είχε συμβεί στο σώμα μου, με την αγωνία αυτού που ήμουν μέχρι εκείνη τη στιγμή πριν, δηλαδή ανθρώπινο όν. Γιατί δεν μπορούσα να κουνηθώ; Γιατί δεν είχα την παραμικρή επαφή με το κορμί μου; Ήταν αυτό που λέμε μουδιασμένο; Πληγωμένο;  Νόμιζα ότι είχα στόμα χωρίς να μπορώ να το πιάσω. Σε κάποια φάση έδινα εντολή σε αυτό, έτσι πρέπει να σκέφτηκα, «άνοιξε, αν υπάρχεις πάνω μου άνοιξε, ανοιγόκλεισε». Αν η κίνηση γινόταν στα αλήθεια ή αν ήταν στο μυαλό μου, αν το τεράστιο ανοιγμένο στόμα εκείνη τη στιγμή ήταν μόνο στη σφαίρα του φανταστικού, δεν ήμουν σε θέση να το γνωρίζω. Για λίγο όμως, η ψευδαίσθηση πως ανοιγόκλεινα σαν ψάρι στο κενό το στόμα μου με ηρέμησε.

Για να έρθει νέο κύμα να με χτυπήσει. «Τι μπορώ να πω με σιγουριά πως γνωρίζω; Ήμουν άνδρας ή γυναίκα πριν από το εδώ; Ηλικία; Γιατί δεν έχω καμία ανάμνηση; Ψέματα, έχω

Είχα. Θυμόμουν τα δέντρα. Και τον ήλιο. Τα άγρια ορμητικά κύματα της θάλασσας και τα νερά των ποταμών. Το γκρίζο από τα σύννεφα και τη μυρωδιά της βροχής που εισχωρεί στη διψασμένη γη. Τη νύχτα και τη μέρα. Τις εποχές. Έχω υπάρξει! Η συνειδητοποίηση αυτή, όταν για λίγο ακόμη και για αυτό αρχίζεις να αμφιβάλλεις, είναι συγκλονιστική.

Ζούσα όμως; Ήμουν ζωντανός εκείνη τη στιγμή; Ή άκουγα τις σκέψεις ενός νεκρού; Γιατί αν δεν είσαι ζωντανός με σάρκα και οστά, αν δεν έχεις επίγνωση του σώματός σου, τι άλλο να είσαι; Αν δεν είσαι αυτό που οι ζωντανοί αποκαλούν ζωντανό, τι σε ορίζει σαν το αντίθετο; Ποια η τοποθέτησή σου στο άγνωστο;

«Άσε με να είμαι κάπου! Ακούς; Σε ικετεύω, άσε με να υπάρχω!» Αυτή η κραυγή απελπισίας βγήκε ξαφνικά από μέσα μου, με όλη μου τη δύναμη! Απευθυνόμουν σε κάτι ανώτερο, σ’ έναν άγνωστο Θεό που δεν είχα, φυσικά, την παραμικρή ελπίδα πως θα μου εμφανιστεί. Μα για λίγο, για πολύ, εκείνη την ώρα ήθελα απεγνωσμένα να με ακούσει.

«ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;» Ούρλιαζα χωρίς να ξέρω αν αυτό ακούγονταν κάπου ή ήταν εντελώς άηχο. Είχα τρομάξει. Χωρίς φράχτες και όρια, χωρίς χρόνο, χωρίς ταυτότητα, χωρίς ζωή, χωρίς τίποτα γνωστό, είχα αναμφίβολα τρομοκρατηθεί!

«Δεν αξίζω, δεν είμαι άξιος της καλοσύνης σου, μα δώσε μου ένα στίγμα Θεέ μου! Είμαι εγώ, το πλάσμα σου, εμφάνισέ μου την ύπαρξή μου, βοήθησέ με να δω πέρα από το παραπέτασμα, σε εκλιπαρώ!» άναρθρη αγωνία που ξερίζωνε από πάνω μου και την παραμικρή λογική. Έκανα επικλήσεις, ικέτευα, έκλαιγα γοερά χωρίς να νιώθω μάτια ή δάκρυα, χωρίς να ακούω φωνή, όλα ήταν στο μυαλό μου, μα εγώ πού ήμουν;

Όσο περνούσε η ώρα, έτσι τουλάχιστον νόμιζα, πως η ώρα περνούσε, αυτό φυσικά μπορεί να ήταν πλάνη, γιατί αν δεν έχεις ένα σημάδι, του πότε ήταν το πριν, πώς να ορίσεις το πότε είναι το τώρα, καταλαβαίνεις, μπερδεμένα πράγματα, πάσχιζα να ξεδιαλύνω. Προσηλωμένος στο μοναδικό λοιπόν πράγμα που μου απέμενε, απορείς, τι απορείς, δεν υπήρχε απολύτως τίποτα άλλο από αυτό. Ποιο; Τις σκέψεις μου, φυσικά. Το μοναδικό πράγμα που είχα για να ακούσω, να εστιάσω, να αντλήσω πληροφορίες, να οριοθετήσω χωροχρόνο και τον ίδιο μου τον εαυτό ήταν τελικά οι σκέψεις μου!

Οι σκέψεις μου και μόνο!

Από τη στιγμή που το αντιλήφθηκα αυτό σαν κάτι να άλλαξε μέσα μου. Αναλογίσου το λίγο. Είμαι σε απόλυτο σκοτεινό σημείο μηδέν, μηδέν όλα. Τι μένει; Εγώ. Εγώ ποιος; Εγώ αυτό που σκέφτομαι και μου μιλώ. Μια κατάσταση πρωτόγνωρη, για μένα τουλάχιστον. Την είχα άραγε προβλέψει; Συνειδητά ή ασυνείδητα επιδιώξει; Μπα, σαχλαμάρες λέω, η έκπληξη και ο πανικός μου είναι η τρανταχτή απόδειξη πως έγινε ερήμην μου. Δεν είχα καμία συμμετοχή σε αυτό το, πώς να το ονοματίσω, φαινόμενο.

*****

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με πείσμωσε έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη. Πώς πέρασα σε αυτή τη μετάβαση, από την άγνοια και το φόβο, στο πείσμα. Πείσμα για τι; Για ποιο πράγμα; Για να μην αφήσω να με κατασπαράξει η ίδια μου η συνείδηση. Ό,τι και να ήμουν,  όποια και αν ήταν η κατάσταση, έπρεπε να θέσω ένα στόχο, μια προσήλωση, ώστε όλο αυτό που άρχισε να γεμίζει αυτό που δεν υπήρχε στα μάτια μου να μη με αφανίσει. Οι σπασμωδικές ανούσιες κραυγές των συνειρμών μου δεν είχαν νόημα. Κατανάλωνα μια ενέργεια και η σκέψη ότι την έτρωγα από αλλού και ίσως μου χρειαζόταν μετά, με πονήρεψε. Να κρατήσω δυνάμεις. Να συγκροτήσω ό,τι απαρτιζόταν από μένα.

Μη φανταστείς πως συνέχιζα έτσι με τον ίδιο ρυθμό, θα ήταν εντελώς άδικο να σκεφτείς κάτι τέτοιο. Οι σκέψεις μου περάσαν σε μια ταλάντωση ακραίων συνειρμών που περιλάμβαναν, σε διαβεβαιώ, όλη το εύρος των ανθρώπινων συναισθημάτων που μπορείς να υποψιαστείς.

Και πάνω εκεί, στο σημείο του επικείμενου ολοκληρωτικού αφανισμού μου, έγινε κάτι το φοβερό. Δεν μαντεύεις ε; Κούνησα τα δάχτυλα του χεριού μου. Όχι, για να ακριβολογούμε, ένιωσα ότι κούνησα τα δάχτυλά μου, που πάει να πει πως ξαφνικά απέκτησα συναίσθηση του χεριού μου! Απέκτησα την βεβαιότητα πως έχω σώμα! Ξέρεις τι συγκλονιστική στιγμή ήταν αυτή! Τι συγκίνηση με συνεπήρε!

Από εκείνη τη μαγική εμπειρία και μετά, το περιεχόμενο και η ένταση των συνειρμών μου άλλαξε. Πέρα από τις όποιες απορίες που μπορεί να είχα για την κατάστασή μου φυσικά, για το τι μου συνέβη, για την απουσία του θυμικού μου, για την ταυτότητα μου, τον ορισμό του χώρου γύρω μου, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο, αυτά φάνταζαν, πως να στο πω, δευτερεύοντα. Είχα ξανά αυτό που αναζητούσα, την πολυπόθητη επίγνωση στα χέρια μου, έτσι ένιωθα, πως είμαι κάποιος και είμαι τοποθετημένος κάπου. Γιατί το ανάποδο, καταλαβαίνεις, θα με περνούσε σε μια ανυπέρβλητη δύναμη την οποία δεν θα ήξερα πώς να τιθασεύσω.

*****

Αυτή η τελευταία σκέψη, έμεινε σαν ηχώ να επαναλαμβάνεται μέσα μου. Δεν ξέρω για πόσο. Μέχρι το σημείο που η πολυπόθητη επίγνωση, όχι, η συγκίνηση της πολυπόθητης επίγνωσης της μη ύπαρξής μου σε κενό, μου δημιούργησε ένα κενό. Ένα κενό που άρχισε να σκίζεται μέσα μου, μέσα στο χώρο της σκέψης μου και να ξεδιπλώνεται από μέσα του ένα νέος, μεγαλύτερος φόβος.

Αν ό,τι ήμουν εκείνη την ώρα, αν αυτή η εν δυνάμει απεραντοσύνη χωρίς όρια χανόταν μπροστά στην επιστροφή των ορίων μου; Θα υπήρχε η ανάμνησή του; Αν υπήρχε κάποιος να με βεβαιώσει πως ό,τι είμαι μέσα στις σκέψεις μου μπορώ να γίνω και το περίβλημά μου, φαντάζεσαι τι νέες προοπτικές θα δημιουργούσε αυτό στην κάθε υπόσταση και στις σκέψεις του; Το αντίθετο;

Τι θα έκανες στη θέση μου, τι θα έκανε ο οποιοσδήποτε στη θέση μου; Αυτό έκανα κι εγώ.

*****

 

Το διήγημα γράφτηκε στα πλαίσια του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής με τον Γελωτοποιό/Sanejoker.

 

Leave a comment