Μεταμέλεια

Οι σταγόνες
που θαρρούσες πως κρατούσαν
ζωντανά
τα πνεύματα των δασών
φτύναν αίμα πάνω τους,
και η κόκκινη σάρκα
που χαιρόσουνα
των λουλουδιών
σαρκοβόρα κατάπινε
τη γαλήνη των βυθών.
Στα θάματα αν επότιζες
ανόητη χολή,
αναρριχήσου απ’ τα σπλάχνα τους,
τράβα το μανδύα
απ’ της θλίψης το άνυδρο,
γίνου αέρας
ν’ ανασάνουν
στη γλυκόπικρη σιωπή.

Αλυσοδεμένη

Όσο και να ανασηκώνεις το φόρεμά μου,
πάντα θα σου ξεφεύγουν σύννεφα,
που στις φτερούγες τους
θα δρασκελίζουν ανθάκια κερασιάς.
Όσο και να μερεύεις τους ανέμους μου,
πάντα θα δραπετεύουν θύελλες,
που στην ομίχλη
θα γεννοβολούν παλέματα του χρόνου.
Και θ’ ανατέλλουν ψηλές θάλασσες
και χρώματα των ρόδων.

Photo: The Keepers by Nicholas Scarpinato

Χαρταετός

Χαρταετός

Κλείσε μια στιγμή τα μάτια.
Το ξέρω.
Πάει καιρός και ‘χεις ξεχάσει.
Μα τα παιδιά, πάντα τα κλείνουν.
Δως μου το χέρι σου.
Βάστα γερά.
Άνοιξε τα μάτια σου!!
Κοίτα στον ουρανό,
ακόμα και αν ξεφεύγει πια
εκείνο το σχοινί,
ακόμα και αν οι άνεμοι
αλλάζουν την πορεία,
ακόμα – μη θυμώνεις –
και αν τα χέρια σου
τραυματίζονται,
ακόμα – μη λυπάσαι –
και αν τα χρώματα χάνονται,
εκεί, ανάμεσα στα σύννεφα,
πετάει ένας χαρταετός,
μόνο για σένα!

Για καλούμπα
έχει το γέλιο σου
και για σχήμα
τα όνειρά σου!

Μείνε ελάφι

Το χιόνι θα απλώσει τα λευκά του δάχτυλα τριγύρω, σκεπάζοντας σιγά σιγά και τα δικά του. Σε έναν μη ορισμένο χρόνο δεν θα νιώθει πια τα μέλη του, αλλά δεν θα είναι φοβισμένος, ολόκληρος θα βρίσκεται εκεί που θα ήθελε να είναι. Τις λιγοστές στιγμές που θα τους απομείνουν θα τις περάσει κοιτώντας την.

Πανέμορφη, λευκή σαν κρίνος. Γύρω της μια κόκκινη θάλασσα σε χιονένιο λιβάδι.

——-

Ξαπλωμένη εκείνη δεν θα είναι σε θέση να κοιτά τα κομματάκια από τα σύννεφα που θα σκίζονται από πάνω της, αφήνοντας δεσμίδες φωτός στα σώματά τους. Ακόμα και εκείνη τη στιγμή, δεν θα έχει μάτια παρά μόνο για τα μάτια του. Το σώμα του τόσο κοντά της, λαβωμένος λύκος ξαπλωμένος στη λευκή επιφάνεια.

********

Με το ζόρι. Σχεδόν από υποχρέωση, αν δεν επέμενε τόσο ο Παύλος προφανώς και είχα καλύτερα πράγματα να κάνω. Αλλά τώρα τα ‘χω δει όλα. Μετωπική. Ποιος, ο ορισμός του ελέγχου, με τόσες φορές που έχω καεί, όχι φιλαράκι, δεν είναι να παίζει κανείς πια με τη φωτιά.

Τη φωτιά στα μάτια της ας μου πει κάποιος πώς να σβήσω. Και το γέλιο! Το γέλιο της, τι κάνω; Μη κοιτάς καθόλου, σύνελθε, ακούς, σύνελθε μαλάκα, το τελευταίο που θες είναι ένα ακόμη θάνατος.

——-

Μην τον κοιτάς, μην τον κοιτάς, τι έχεις πάθει; Πας καλά κορίτσι μου, τι είσαι κανένα σχολιαρόπαιδο να αναψοκοκκινίζεις στον πρώτο τυχόντα;

«Τι θα πάρετε;»

«Μια Guinness παρακαλώ.»

Ωραία, θα σε περάσει για ψωνάρα, δεν μπορούσες να πάρεις μια απλή μπύρα; Ούτε καν είναι ο τύπος μου, όχι ότι έχω τύπο, αχ, τι λέω, παραληρώ. Σύνελθε, σταμάτα αυτό το χαμόγελο θα μοιάζεις με ηλίθια.

Ώρα να φεύγουμε κορίτσι μου, οι φωτιές δεν είναι για μας.

«Καληνύχτα σε όλους! Καλή ξεκούραση.»

«Μπορούμε να σε πάμε σπίτι αν θέλεις.»

«Ευχαριστώ πολύ, θα περπατήσω λίγο με τα παιδιά από δω και μετά θα πάρω ταξί. Όπως και να έχει χάρηκα για τη γνωριμία. Καλό βράδυ!»

«Καλό βράδυ!» (Εγώ να δεις κορίτσι μου, μας υποχρέωσες.)

*******

Ένα από τα πράγματα που με τρέλαιναν πάνω σου, η δύναμή σου να με παρασέρνεις στο πιο απίθανο με τέτοιο τρόπο που να φαντάζει σαν το πιο λογικό.

«Κοίτα, βρέχει! Έλα να βγούμε!» Δεν θα ξεχάσω με τι ενθουσιασμό μου το ‘πες εκείνο το απόγευμα που χορτάτοι και γαληνεμένοι δεν είχαμε κανένα λόγο να τραβηχτούμε στη βροχή.

Βγήκαμε. Και αλωνίσαμε όλα τα σύννεφα και τις ρούγες του φρεσκοπλυμμένου ουρανού.

Σε κάθε καταιγίδα πλημμυρίζαμε με τις σταγόνες μας. Θυμάσαι τόσο έντονα τα ίδια με μένα;

——-

Ένα από τα πράγματα που με τρέλαιναν πάνω σου, ο άγριος καλπασμός και η ορμή σου για όσα αγαπούσες. Γοργόφτερος και ενθουσιώδης, γινόσουν μικρό παιδί όταν μου έδειχνες τον κόσμο σου.

«Καινούργιο μυθιστόρημα, το περίμενα σαν τρελός. Μεθυστική ατμόσφαιρα. Άκου!» γελούσες και τα μάτια σου γυάλιζαν από χαρά.

Θυμάμαι με τόση λεπτομέρεια σαν να μην έχει περάσει μέρα από εκείνο το απόγευμα, σα να ήταν χθες. Το φως στο δωμάτιο έκανε τις διαδρομές του ανενόχλητο. Όταν σταμάτησες να μου διαβάζεις ξαπλωμένος στα πόδια μου, ήταν πια προχωρημένη νύχτα και η αίσθηση εκείνου του βιβλίου, της φωνής σου και του σώματός σου χαλαρωμένου πάνω στο δικό μου θα με ακολουθεί για όσο έχω μνήμη.

*******

«“Μίλα. Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε”, γιατί δε μιλάς;» (κάθε φορά που σε πειράζω με τους στίχους μ’ αρέσει όπως ανταποκρίνεσαι)

«Τι θες να σου πω, δεν φτάνει που σε κοιτώ γελώντας;»

«Θα μ’ αγαπάς το ίδιο σε έξι μήνες από τώρα;»

«Ξέρω γω; Θα δείξει. Το ίδιο με ρώτησες και έξι μήνες πριν. Σ’ αγαπώ τώρα. Και τι το θες το αύριο;»

«Σωστά. Αγάπα με. Αγάπα με σήμερα, μέχρι την αυγή.»

Δεν μπορώ να σου πω

Πως θα υπάρχεις αύριο

Μέχρι την αυγή

Μα μπορώ

Ναι μπορώ

Να σου δώσω τόση αγάπη

Για παντοτινά

——-

«Τι εννοείς αποχαιρετιστήρια εκδρομή; Ακόμα δεν έχω ξυπνήσει, χρειάζομαι επειγόντως καφέ.

Δεν το εννοείς φυσικά, έτσι δεν είναι…;»  (Μη με κοιτάς έτσι σιωπηλός γαμώτο με αυτό το χαμόγελο που ξέρεις ότι βάζει φωτιά στην ψυχή μου.)

«Σκέψου το λίγο κορίτσι μου. Τι κρατάει άλλωστε για πάντα; Θες, αλήθεια θέλεις να καταντήσουμε ένα από εκείνα τα ζευγάρια που μισείς;»

«Ναι, μα πού έχεις ακούσει εσύ να χωρίζουν οι άνθρωποι για να μη χωριστούν; Και μάλιστα να πηγαίνουν και εκδρομή αποχαιρετιστήρια;»

«Είναι σαν να επιλέγουμε το θάνατό μας. Αν σου δινόταν η δυνατότητα, πώς θα ήθελες, μετά από μια υπέροχη βραδιά που θα είχες ζήσει με φίλους και αγαπημένους, λίγο τρελή, λίγο μεθυσμένη, πολύ ευτυχισμένη ή μετά από μια άχαρη περίοδο, ηλικιωμένη, μόνη…»

«Σταμάτα, σταμάτα σε παρακαλώ! Δεν ξέρω. Άφησέ με, θέλω λίγο χρόνο να το σκεφτώ.»

Ξέρεις λεν

Πως η λάμψη μίας ψυχής αν σβήσει

Σαν τα ελάφια αφού χαϊδέψουν

Τα κρεμάν

Και μια στάχτη αφού γίνουν

Τα πετάν

Τα ξεχνάν

Για παντοτινά

*******

Οι μνήμες έρχονται σμήνη κατά πάνω μου μαύρα πουλιά. Μα δεν είναι νοσηρή αναμόχλευση, το να στήνω κάθε φορά το ανάγλυφό σου είναι ο μόνος τρόπος να κερδίζω το χρόνο. Όλο αυτό ξεπερνούσε την οποιαδήποτε χαρά και εκτυφλωτική ευφορία, ήταν εξαντλητικό πάθος με χρώματα θανάτου, χτίζαμε και γκρεμίζαμε τον Παράδεισο και την Κόλαση μαζί.

Ξέρω πως αυτό που σου ζήτησα ήταν από τα πιο σκληρά, το να σε αποχαιρετήσω πάνω στην καλύτερη φάση μας, πίστεψέ με, ήταν από τα πιο δύσκολα πράγματα που αποφάσισα ποτέ. Έβλεπα την καθημερινή σου πάλη δυο μήνες τώρα, εκεί που ήσουν χαρούμενη περνούσαν από τα μάτια σου σκιές, μέχρι χθες, μέχρι εκείνη τη στιγμή που έκανες τη μεγαλύτερή σου υπέρβαση και δέχτηκες. Σε κοιτάζω τώρα, καθισμένη δίπλα μου, τόσο αγνή, τόσο όμορφη, όμοια με ελαφίνα και δεν έχω λόγια να σου εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Ανυπομονώ να φτάσουμε, δυο μας, εσύ και γω σε ένα βουνό που μάλλον αύριο θα είναι ολόλευκο. Σαν την αγάπη μας, αγνή και αιώνια.

Το πώς θα συνεχίζουμε από την επόμενη μέρα, δεν θέλω να το σκέφτομαι, όχι. Τώρα. Εδώ. Είμαι μαζί σου, είσαι δίπλα μου με κοιτάς και μου χαμογελάς και ο χρόνος σταματά.

——-

Οι μνήμες μου όσο και να προσπαθούν δεν γίνεται να κρύψουν τις σκιές σου, σε άσχετες στιγμές που νόμιζες πως δεν έβλεπα, μαυρόφτερα πουλιά σε σκοτείνιαζαν τόσο που δεν άντεχα. Μη νομίζεις πως δεν ένιωθα και γω ότι τόση ευτυχία ήταν σχεδόν ύβρις, μα το ξέρεις πως ποτέ δεν θα είχα κουράγιο να σκεφτώ κάτι τέτοιο. Δυο μήνες τώρα, αγάπη μου, πάλευαν μέσα μου, πάλευαν τα σωθικά μου για αυτό που μου ζήτησες. Πόσο παράδοξο. Το «ναι» μου χθες, σε έκανε τόσο χαρούμενο, ένα «ναι» που ξέρω πως από αύριο και μετά θα με οδηγήσει κατευθείαν στο θάνατο.

Μα δεν θα το σκεφτώ άλλο. Όχι. Τώρα. Εδώ, μαζί σου, σε μια διαδρομή τόσο γαλήνια, αυτή η ομίχλη κάνει τα πάντα ονειρικά, το δάσος άρχισε ήδη να ντύνεται στα λευκά και τα μάτια σου χρυσάφι του χειμώνα, σε βλέπω να με κοιτάς σα μικρό αγόρι με τέτοια έκσταση που ο χρόνος σταματά.

*******

Απόλυτη ησυχία, μόνο το χιόνι που πέφτει.

Μέχρι να φύγει από μέσα τους το παραμικρό ίχνος ζωής θα κοιτούν ο ένας τον άλλον.

Λίγα μέτρα παραπίσω από το άδειο αυτοκίνητο, ένα ελάφι θα είναι ακίνητο για ελάχιστες ακόμη στιγμές. 

Μετά θα γυρίσει και θα χαθεί για πάντα στη σεληνιακή απόχρωση του χιονισμένου δάσους.

Γι’ αυτό μείνε

Μείνε ελάφι

Του χιονιού η βασίλισσα θα σαι

Για παντοτινά

Ναι μπορώ να αγαπώ

Ναι μπορώ

~~~~~~~

Σημείωση: Οι στίχοι που παρεμβάλλονται είναι από Το Valse των Ελαφιών – Xaxakes

Το διήγημα γράφτηκε στα πλαίσια του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής με τον Γελωτοποιό/Sanejoker.

Προοπτικές

Ήταν κάτι πιο έντονο και από θόρυβο. Το θυμάμαι καλά. Απόλυτη απουσία ήχων. Αναγκάζει την ακοή να απλωθεί όσο μπορεί περισσότερο μήπως και πιάσει. Αφή. Περίεργο που το αναφέρω. Εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή δεν ένιωθα καν τα χέρια μου. Ούτε και το υπόλοιπο σώμα. Απόλυτο σκοτάδι. Τόσο που να μην καταλαβαίνω αν τα μάτια μου ήταν ανοιχτά ή κλειστά. Οι αισθήσεις αφυπνίστηκαν ξαφνικά, λες και πιο πριν, ακόμα και ένα δευτερόλεπτο πιο πριν, δεν υπήρχα. Αργά αργά ερχόταν η κάθε διαπίστωση, με έναν τρόπο καταλυτικό. Σαν κάποιος από αλλού – τι δέος μου προκάλεσε εκείνο το συναίσθημα! – να καθοδηγούσε την πορεία του νου και της αντίληψής μου.

Το μυαλό μου προσπαθούσε να αντιληφθεί ερεθίσματα ώστε να μπορέσει να τα μεταφράσει. Αν, αν υπήρχε κάτι που να έδειχνε την παραμικρή ένδειξη. Για το πού ήμουν. Τι ώρα και μέρα ήταν; Πώς ήμουν; Πώς βρέθηκα εκεί;

Αν δεν έχεις αντίληψη όμως του χώρου και κυρίως του χρόνου, αν ό,τι ορίζει την ανθρώπινη συνείδηση με τους τρόπους που το μυαλό μας έχει εκπαιδευτεί δεν υπάρχει ή αν, έστω εσύ, δεν έχεις πρόσβαση σε αυτό, τότε τι μένει; Τι είναι αυτό που προσδιορίζει την ύπαρξή μας, που σκιαγραφεί τα όρια του σχήματός μας;

Άρχισε να με πιάνει κάτι σκοτεινό, τώρα που το σκέφτομαι θα μπορούσα να το ονομάσω και απελπισία. Ναι. Απελπισία. Ζούσα; Υπήρχα; Με την έννοια που δίνουν οι θνητοί. Ή είχα μετατραπεί ολόκληρος σε κάτι άλλο, κάτι που αδυνατούσα εκείνη τη στιγμή να ψηλαφίσω και μόνο οι σκέψεις μου ήταν η αληθινή απόδειξη πως είμαι εγώ, πως έχω μια οντότητα τελοσπάντων;

Από την άλλη προσπαθούσα να βρω τι είχε συμβεί στο σώμα μου, με την αγωνία αυτού που ήμουν μέχρι εκείνη τη στιγμή πριν, δηλαδή ανθρώπινο όν. Γιατί δεν μπορούσα να κουνηθώ; Γιατί δεν είχα την παραμικρή επαφή με το κορμί μου; Ήταν αυτό που λέμε μουδιασμένο; Πληγωμένο;  Νόμιζα ότι είχα στόμα χωρίς να μπορώ να το πιάσω. Σε κάποια φάση έδινα εντολή σε αυτό, έτσι πρέπει να σκέφτηκα, «άνοιξε, αν υπάρχεις πάνω μου άνοιξε, ανοιγόκλεισε». Αν η κίνηση γινόταν στα αλήθεια ή αν ήταν στο μυαλό μου, αν το τεράστιο ανοιγμένο στόμα εκείνη τη στιγμή ήταν μόνο στη σφαίρα του φανταστικού, δεν ήμουν σε θέση να το γνωρίζω. Για λίγο όμως, η ψευδαίσθηση πως ανοιγόκλεινα σαν ψάρι στο κενό το στόμα μου με ηρέμησε.

Για να έρθει νέο κύμα να με χτυπήσει. «Τι μπορώ να πω με σιγουριά πως γνωρίζω; Ήμουν άνδρας ή γυναίκα πριν από το εδώ; Ηλικία; Γιατί δεν έχω καμία ανάμνηση; Ψέματα, έχω

Είχα. Θυμόμουν τα δέντρα. Και τον ήλιο. Τα άγρια ορμητικά κύματα της θάλασσας και τα νερά των ποταμών. Το γκρίζο από τα σύννεφα και τη μυρωδιά της βροχής που εισχωρεί στη διψασμένη γη. Τη νύχτα και τη μέρα. Τις εποχές. Έχω υπάρξει! Η συνειδητοποίηση αυτή, όταν για λίγο ακόμη και για αυτό αρχίζεις να αμφιβάλλεις, είναι συγκλονιστική.

Ζούσα όμως; Ήμουν ζωντανός εκείνη τη στιγμή; Ή άκουγα τις σκέψεις ενός νεκρού; Γιατί αν δεν είσαι ζωντανός με σάρκα και οστά, αν δεν έχεις επίγνωση του σώματός σου, τι άλλο να είσαι; Αν δεν είσαι αυτό που οι ζωντανοί αποκαλούν ζωντανό, τι σε ορίζει σαν το αντίθετο; Ποια η τοποθέτησή σου στο άγνωστο;

«Άσε με να είμαι κάπου! Ακούς; Σε ικετεύω, άσε με να υπάρχω!» Αυτή η κραυγή απελπισίας βγήκε ξαφνικά από μέσα μου, με όλη μου τη δύναμη! Απευθυνόμουν σε κάτι ανώτερο, σ’ έναν άγνωστο Θεό που δεν είχα, φυσικά, την παραμικρή ελπίδα πως θα μου εμφανιστεί. Μα για λίγο, για πολύ, εκείνη την ώρα ήθελα απεγνωσμένα να με ακούσει.

«ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;» Ούρλιαζα χωρίς να ξέρω αν αυτό ακούγονταν κάπου ή ήταν εντελώς άηχο. Είχα τρομάξει. Χωρίς φράχτες και όρια, χωρίς χρόνο, χωρίς ταυτότητα, χωρίς ζωή, χωρίς τίποτα γνωστό, είχα αναμφίβολα τρομοκρατηθεί!

«Δεν αξίζω, δεν είμαι άξιος της καλοσύνης σου, μα δώσε μου ένα στίγμα Θεέ μου! Είμαι εγώ, το πλάσμα σου, εμφάνισέ μου την ύπαρξή μου, βοήθησέ με να δω πέρα από το παραπέτασμα, σε εκλιπαρώ!» άναρθρη αγωνία που ξερίζωνε από πάνω μου και την παραμικρή λογική. Έκανα επικλήσεις, ικέτευα, έκλαιγα γοερά χωρίς να νιώθω μάτια ή δάκρυα, χωρίς να ακούω φωνή, όλα ήταν στο μυαλό μου, μα εγώ πού ήμουν;

Όσο περνούσε η ώρα, έτσι τουλάχιστον νόμιζα, πως η ώρα περνούσε, αυτό φυσικά μπορεί να ήταν πλάνη, γιατί αν δεν έχεις ένα σημάδι, του πότε ήταν το πριν, πώς να ορίσεις το πότε είναι το τώρα, καταλαβαίνεις, μπερδεμένα πράγματα, πάσχιζα να ξεδιαλύνω. Προσηλωμένος στο μοναδικό λοιπόν πράγμα που μου απέμενε, απορείς, τι απορείς, δεν υπήρχε απολύτως τίποτα άλλο από αυτό. Ποιο; Τις σκέψεις μου, φυσικά. Το μοναδικό πράγμα που είχα για να ακούσω, να εστιάσω, να αντλήσω πληροφορίες, να οριοθετήσω χωροχρόνο και τον ίδιο μου τον εαυτό ήταν τελικά οι σκέψεις μου!

Οι σκέψεις μου και μόνο!

Από τη στιγμή που το αντιλήφθηκα αυτό σαν κάτι να άλλαξε μέσα μου. Αναλογίσου το λίγο. Είμαι σε απόλυτο σκοτεινό σημείο μηδέν, μηδέν όλα. Τι μένει; Εγώ. Εγώ ποιος; Εγώ αυτό που σκέφτομαι και μου μιλώ. Μια κατάσταση πρωτόγνωρη, για μένα τουλάχιστον. Την είχα άραγε προβλέψει; Συνειδητά ή ασυνείδητα επιδιώξει; Μπα, σαχλαμάρες λέω, η έκπληξη και ο πανικός μου είναι η τρανταχτή απόδειξη πως έγινε ερήμην μου. Δεν είχα καμία συμμετοχή σε αυτό το, πώς να το ονοματίσω, φαινόμενο.

*****

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με πείσμωσε έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη. Πώς πέρασα σε αυτή τη μετάβαση, από την άγνοια και το φόβο, στο πείσμα. Πείσμα για τι; Για ποιο πράγμα; Για να μην αφήσω να με κατασπαράξει η ίδια μου η συνείδηση. Ό,τι και να ήμουν,  όποια και αν ήταν η κατάσταση, έπρεπε να θέσω ένα στόχο, μια προσήλωση, ώστε όλο αυτό που άρχισε να γεμίζει αυτό που δεν υπήρχε στα μάτια μου να μη με αφανίσει. Οι σπασμωδικές ανούσιες κραυγές των συνειρμών μου δεν είχαν νόημα. Κατανάλωνα μια ενέργεια και η σκέψη ότι την έτρωγα από αλλού και ίσως μου χρειαζόταν μετά, με πονήρεψε. Να κρατήσω δυνάμεις. Να συγκροτήσω ό,τι απαρτιζόταν από μένα.

Μη φανταστείς πως συνέχιζα έτσι με τον ίδιο ρυθμό, θα ήταν εντελώς άδικο να σκεφτείς κάτι τέτοιο. Οι σκέψεις μου περάσαν σε μια ταλάντωση ακραίων συνειρμών που περιλάμβαναν, σε διαβεβαιώ, όλη το εύρος των ανθρώπινων συναισθημάτων που μπορείς να υποψιαστείς.

Και πάνω εκεί, στο σημείο του επικείμενου ολοκληρωτικού αφανισμού μου, έγινε κάτι το φοβερό. Δεν μαντεύεις ε; Κούνησα τα δάχτυλα του χεριού μου. Όχι, για να ακριβολογούμε, ένιωσα ότι κούνησα τα δάχτυλά μου, που πάει να πει πως ξαφνικά απέκτησα συναίσθηση του χεριού μου! Απέκτησα την βεβαιότητα πως έχω σώμα! Ξέρεις τι συγκλονιστική στιγμή ήταν αυτή! Τι συγκίνηση με συνεπήρε!

Από εκείνη τη μαγική εμπειρία και μετά, το περιεχόμενο και η ένταση των συνειρμών μου άλλαξε. Πέρα από τις όποιες απορίες που μπορεί να είχα για την κατάστασή μου φυσικά, για το τι μου συνέβη, για την απουσία του θυμικού μου, για την ταυτότητα μου, τον ορισμό του χώρου γύρω μου, σε ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο, αυτά φάνταζαν, πως να στο πω, δευτερεύοντα. Είχα ξανά αυτό που αναζητούσα, την πολυπόθητη επίγνωση στα χέρια μου, έτσι ένιωθα, πως είμαι κάποιος και είμαι τοποθετημένος κάπου. Γιατί το ανάποδο, καταλαβαίνεις, θα με περνούσε σε μια ανυπέρβλητη δύναμη την οποία δεν θα ήξερα πώς να τιθασεύσω.

*****

Αυτή η τελευταία σκέψη, έμεινε σαν ηχώ να επαναλαμβάνεται μέσα μου. Δεν ξέρω για πόσο. Μέχρι το σημείο που η πολυπόθητη επίγνωση, όχι, η συγκίνηση της πολυπόθητης επίγνωσης της μη ύπαρξής μου σε κενό, μου δημιούργησε ένα κενό. Ένα κενό που άρχισε να σκίζεται μέσα μου, μέσα στο χώρο της σκέψης μου και να ξεδιπλώνεται από μέσα του ένα νέος, μεγαλύτερος φόβος.

Αν ό,τι ήμουν εκείνη την ώρα, αν αυτή η εν δυνάμει απεραντοσύνη χωρίς όρια χανόταν μπροστά στην επιστροφή των ορίων μου; Θα υπήρχε η ανάμνησή του; Αν υπήρχε κάποιος να με βεβαιώσει πως ό,τι είμαι μέσα στις σκέψεις μου μπορώ να γίνω και το περίβλημά μου, φαντάζεσαι τι νέες προοπτικές θα δημιουργούσε αυτό στην κάθε υπόσταση και στις σκέψεις του; Το αντίθετο;

Τι θα έκανες στη θέση μου, τι θα έκανε ο οποιοσδήποτε στη θέση μου; Αυτό έκανα κι εγώ.

*****

 

Το διήγημα γράφτηκε στα πλαίσια του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής με τον Γελωτοποιό/Sanejoker.