Με γνέθει η αστροφεγγιά και πάλι,
σκοτάδι που γλυκαίνει με αντανακλάσεις.
Λαγαρίζω τα φεγγάρια του στήθους μου,
σκύβω τραβώ το φως των σωθικών μου
και ξαναπέφτω στο νερό
σαν χειμωνιάτικο βογγητό,
διάπυρη ρευστή
πλασμένη γύρω γύρω με το χιόνι.

Με γνέθει η αστροφεγγιά και πάλι,
σκοτάδι που γλυκαίνει με αντανακλάσεις.
Λαγαρίζω τα φεγγάρια του στήθους μου,
σκύβω τραβώ το φως των σωθικών μου
και ξαναπέφτω στο νερό
σαν χειμωνιάτικο βογγητό,
διάπυρη ρευστή
πλασμένη γύρω γύρω με το χιόνι.


Θολά,
πένθιμα φύλλα
ενώνονται στωικά με τη γη,
θα ταξιδέψουν προς τις ρίζες.
Δεν το ξέρουν ακόμα.
Εύθρυπτη
πάνω τους πατώ.
Σε μια κρύα ζέστη
λιώσανε σιγά σιγά όλα,
οι τοίχοι, τα έπιπλα,
το κέλυφος, το χιόνι,
με απαλές μαχαιριές,
έκοβε ευλαβικά μέχρι μέσα
ό,τι βαθύχρωμο είχε μείνει.
Γιόμισε το δοχείο με το κερασένιο της μελάνι,
έσταξε ψυχή στο χαρτί
και βούτηξε γιορτινά στο κενό.
Σκοτεινή γυμνή,
έλαμψε
βαριά σα μολύβι στους ήχους των νερών,
με το βλέμμα προς την Ανατολή.


Βρέχει.
Βγες.

Αν οι λέξεις είναι όλα όσα μας προστατεύουν,
μας χρωματίζουν,
μας περιορίζουν,
αν κρύβουν ή δείχνουν κομματάκια μας
πόσες αντέχουμε να λέγονται;
Αν αυτές μπορούν και μας βασανίζουν,
να μας φοβίζουν ή μας εξαντλούν,
τότε μπορούμε και μεις να τις γδυνόμαστε.
Γυμνοί. Χωρίς λεξοφορέματα.
Τι βλέπεις;