
Με ανάβεις και με σβήνεις
σαν άστρο.
Πρόλαβες τουλάχιστον
να κάνεις μια
τελευταία ευχή?

Με ανάβεις και με σβήνεις
σαν άστρο.
Πρόλαβες τουλάχιστον
να κάνεις μια
τελευταία ευχή?

Σε μια ησυχία που ουρλιάζει
προσπαθεί η πόλη να κοιμηθεί.
Πέτρες πέφτουν απ’ το όνειρο,
γέμισε ο ουρανός ηφαίστεια.
Ανεξερεύνητες λάβες
ή θα γεννήσουν τριαντάφυλλα
ή θα βουλιάξουν.
Και σήμερα.
Χαϊδεύοντας ανεστραμμένους θρήνους,
μαζεύω φως ηλίου σε άπατο βυθό,
μουγκρητά
και μπλαβιασμένα κομμάτια θάλασσας.
Τα πλάθω με ροδοπέταλα
και σπέρνονται κάτω απ’ τη γλώσσα μου
κρουσταλλάκια και αναπνοές.

Αδειασμένο φεγγάρι.
Κατάσαρκα ντυμένη παγωνιά
ξανανθίζω.


Κιτρινόφτερες πεταλούδες
κάθε βράδυ,
στους δρόμους μιας πόλης φάντασμα,
σπρώχνουν σωρούς στις άκρες
αγέννητα χαμόγελα,
μάσκες
και ξηλωμένα θέλω.
Μορφωθήκαμε και σήμερα
σε άσπρες οθόνες,
ξυρίζοντας κωδικούς
αραχνοΰφαντων επιθυμιών,
ανυπόμονα απαθείς
για την αυγή
που θα ‘ρθει.