


Το δείλι τραύλιζε μνήμες.
Απασχολούμαι
μ’ άστρα,
ολάκερη να ξανασκεπαστώ.



Το δείλι τραύλιζε μνήμες.
Απασχολούμαι
μ’ άστρα,
ολάκερη να ξανασκεπαστώ.

Το δειλινό έλιωσε το βράχο,
ροδόχρωμα σύννεφα στάζουν
μέλι πάνω στην αλμύρα,
μια αόριστη τρυφερότητα
για όσα δε θα πεις
μα είναι εκεί,
αιωρούνται
όπως η αύρα της άνοιξης.
Τσιμπολογώ
την κενή ώρα,
χωρίς παραλλαγές.
Ο καθρέφτης αναμένει.
Δεν έρχεται ποτέ όταν τον φωνάζω,
τις ώρες εκείνες που απλώνω
τα χέρια με λαχτάρα
κάνει βήματα προς τα πίσω
κοιτώντας με στα μάτια,
λες και μαντεύει το ξεχείλισμά μου
και αντέχει να το πάρει
μόνο απ’ το βλέμμα.
Και κάτι στιγμές
που έχω γενικότερη επίγνωση
για τη μορφή του στο χώρο μου
αλλά καταπιάνομαι με κάτι
που αγαπώ
και για λίγο
ξεχνώ ακόμα και την ύπαρξή μου,
με ξαφνιάζει μια ανεπαίσθητη ανάσα,
γυρνώ το κεφάλι
και είναι καθισμένος ακριβώς πίσω μου,
με ένα γλυκό ύφος,
σαν να λέει,
είμαι δω, μη με ξεχνάς
αλλά συνέχισε.
.
Σπείρα.
Προς τα πάνω ή προς τα κάτω
μη τρελαίνεσαι
όλα δε θα τα ξέρεις
όσο διαρκεί η στροφή της
άνοιξε
άνοιξε κι άλλο
γύρε πίσω
άπλωσε τα χέρια
και αν είναι να πέσεις σύντομα
πέσε πετώντας.
Οι λύκοι
από κάτω ας γρυλίζουν.


Τα νερά της νύχτας πηδούν,
απλώνουν μυριάδες κόκκους
σε ανήσυχα κλειστά βλέφαρα,
γρατζουνίζουν πόρτες
και σώματα με υποψία σφυγμού.
Που και που
ξεπηδά έντρομο
κανένα γαλαζωπό όνειρο.